Ο πολύπλευρος αρχιτέκτων της «Γενιάς του ‘30» που αναδιαμόρφωσε το ιστορικότερο αθηναϊκό τοπίο
Μύθοι

Ο πολύπλευρος αρχιτέκτων της «Γενιάς του ‘30» που αναδιαμόρφωσε το ιστορικότερο αθηναϊκό τοπίο

Ο Δημήτρης Πικιώνης ήταν μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, στην Ελλάδα, και άφησε το στίγμα του στην πόλη των Αθηνών ως αρχιτέκτων, ζωγράφος, φιλόσοφος, ποιητής και ακαδημαϊκός καθηγητής. Είναι γνωστός κυρίως για την σχεδίαση και την υλοποίηση της πλακόστρωτης διαδρομής που οδηγεί στον Παρθενώνα και τα έργα πρασίνου γύρω από την Ακρόπολη και τον λόφο του Φιλοπάππου, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και έργα τέχνης παγκοσμίου ενδιαφέροντος.

Το βιογραφικό του ήταν πλούσιο, με εξαιρετικές σπουδές και σημαντικούς δασκάλους, και το 1925 έγινε έκτακτος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην έδρα της Διακοσμητικής. Πέντε χρόνια αργότερα μονιμοποιήθηκε, ενώ συνέχισε να διδάσκει έως το 1958, προτρέποντας διαχρονικά τους φοιτητές του να μάθουν την επιστήμη και την αρετή χωρίς να περηφανεύονται. Εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Αρχιτεκτονικής το 1966, δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, στις 28 Αυγούστου 1968.

 

 

Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1887 από Χιώτες γονείς, και ήταν πρώτος εξάδελφος του ποιητή Λάμπρου Πορφύρα και του δημοσιογράφου και συνιδρυτή της εφημερίδας Το Βήμα Γεωργίου Συριώτη. Ο πατέρας του, όπως και ο ίδιος, από μικρός είχε κλίση στη ζωγραφική, η οποία μαζί με την ποίηση αποτέλεσαν το πρώτο περιβάλλον για τον Δημήτρη Πικιώνη.

Το 1906, έγινε ο πρώτος χρονολογικά μαθητής του Κωνσταντίνου Παρθένη, ενώ παράλληλα σπούδαζε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών, απ’ όπου το 1908 πήρε το δίπλωμα του Πολιτικού Μηχανικού. Συνέχισε τις σπουδές του στο Μόναχο και στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου διδάχθηκε σχέδιο και ζωγραφική στην Académie de la Grande Chaumière. Παράλληλα, γράφτηκε στο εργαστήριο του αρχιτέκτονα Chifflot και παρακολούθησε τα μαθήματα των αρχιτεκτονικών συνθέσεων στην École des Beaux Arts. Η πραγματική του επιθυμία ήταν να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, και όχι με την αρχιτεκτονική. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του σημαντική ήταν και η παρουσία των Αναστάσιου Ορλάνδου, Giorgio de Chirico, Περικλή Γιαννόπουλου και Γιώργου Μπουζιάνη.

 

 

Το 1912, την περίοδο των επιστρατεύσεων Βαλκανικών πολέμων, επέστρεψε στην Ελλάδα, ενώ συνέχισε να ζωγραφίζει και ταυτόχρονα ξεκίνησε τις πρώτες μελέτες για την αρχιτεκτονική της νεοελληνικής παράδοσης. Σχεδίασε πολλά σπίτια από τη λαϊκή αρχιτεκτονική της Αίγινας. Το 1921 διορίστηκε επιμελητής του καθηγητή Αναστάσιου Ορλάνδου στο μάθημα της Μορφολογίας της Αρχιτεκτονικής και Ρυθμολογίας όπου παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 1923. Παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Αναστασίου το 1925, με την οποία στη συνέχεια απέκτησε πέντε παιδιά.

Την περίοδο αυτή διατήρησε σημαντικές πνευματικές φιλίες με Σπύρο Αλιμπέρτη, Μπουρνιά, Γιάννη Αποστολάκη, Γιώργο και Φώτο Πολίτη, Κόντογλου, Παπαλουκά, αρχιτέκτονα Μητσάκη, Σ. Δούκα, Βέλμο, Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Τσαρούχη, Εγγονόπουλο, Διαμαντόπουλο και Γεράσιμο Στέρη. Μεταξύ 1935 και 1937 εξέδωσε μαζί με το ζωγράφο και φίλο του Χατζηκυριάκο-Γκίκα, το περιοδικό 3ο Μάτι, στο οποίο δημοσίευσε ο ίδιος αρκετά κείμενά του. Το περιοδικό χαρακτηριζόταν ως καλλιτεχνικό και συνεργαζόταν με ονόματα όπως οι συγγραφείς Στρατής Δούκας και Τάκης Παπατσώνης, ο ζωγράφος Σπύρος Παπαλουκάς, ο θεατρικός σκηνοθέτης Σωκράτης Καραντινός, ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος και ο χαράκτης Άγγελος Θεοδωρόπουλος.

Το έργο του ως αρχιτέκτων, ξεκίνησε με την οικία Μωραΐτου στις Τζιτζιφιές, από το 1921 έως το 1923. Ηταν οικοδόμημα με χαρακτήρα αττικής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Το 1932, με την ολοκλήρωση του Δημοτικού Σχολείου στα Πευκάκια Λυκαβηττού, διαπίστωσε πως δεν τον ικανοποιούσαν τα έργα του και άλλαξε τις αισθητικές του αντιλήψεις. Στοχάστηκε πως το οικουμενικό πνεύμα πρέπει να συντεθεί με το πνεύμα της εθνότητας. Όλα του τα επόμενα αρχιτεκτονικά έργα βασίστηκαν σ’ αυτή την αντίληψη. Τη δεκαετία 1940 – 1950 η αρχιτεκτονική του δημιουργία περιορίστηκε σε προσχέδια τάφων. Όμως, την αμέσως επόμενη περίοδο, από το 1951 έως το 1957, ασχολήθηκε με πολλά έργα. Ανάμεσά τους η διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου γύρω από την Ακρόπολη και το λόφο Φιλοπάππου, που είναι και το σημαντικότερο και διασημότερο έργο του.

 

 

Ίσως, σήμερα, να μας φαίνεται αναπόσπαστο μέρος του ιερού λόφου της Ακρόπολης και να έχει γίνει με τα χρόνια ταυτόσημο της φυσιογνωμίας και της μορφολογίας της καρδιάς της Αθήνας, αλλά, αν οφείλουμε σε κάποιον την ιδιοφυή διαμόρφωση και χάραξη οδών πρόσβασης των πεζών, τους σπειροειδείς διαδρόμους που οδηγούν στο σημαντικότερο μνημείο της ελληνικής αρχαιότητας, δεν είναι άλλος από τον εμπνευσμένο εικαστικό-αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη. Η ευλαβική του αφοσίωση στο φυσικό τοπίο και τη λαϊκή αρχιτεκτονική, από τις οποίες η σύγχρονη Ελλάδα είχε τη μεγάλη τύχη να ωφεληθεί, του έδωσε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει ένα όραμα εικαστικής σύλληψης που αφορούσε τον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο αλλά και τον γειτονικό περίπατο στον λόφο του Φιλοπάππου. Όπως και τον ναό του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη, με το τουριστικό του περίπτερο. Έργα μεγάλης πνοής και στοχασμού για τα οποία έπρεπε να δώσει πολλές μάχες, έναν καθημερινό αγώνα ενάντια στη γραφειοκρατία και την ευθυνοφοβία, για να του παραχωρηθούν όλες οι εγγυήσεις ώστε να τα ολοκληρώσει.

Τα τέσσερα χρόνια που κράτησαν οι εργασίες, ο τότε υπουργός Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνος Καραμανλής, από τον Φεβρουάριο του 1954 μέχρι το 1958 που το εγκαινίασε ως πρωθυπουργός, ξεκινούσε καθημερινά το πρόγραμμά του με επιτόπιες επισκέψεις συνοδεία του αρχιτέκτονα, αρχικά για να πειστεί από τον ίδιο για τις επιλογές του, που παρέπεμπαν στην αρμονία και την κλίμακα (αισθητικά θέματα που αντιμάχονταν λυσσαλέα οι μηχανικοί του υπουργείου του) και αργότερα, όταν πια του παραχώρησε το έργο, στην προσωπική του επιθυμία να κατανοήσει πλήρως το μεγαλεπήβολο σχέδιο, που χάρη στη γενναία για την εποχή πολιτική του απόφαση είχε στηρίξει. Από το οποίο περίμενε όχι μόνο να αναδείξει το αττικό τοπίο και την Ακρόπολη με τον ιδανικότερο τρόπο ικανοποιώντας το διεθνές κοινό (εκείνη την εποχή η Ελλάδα ξεκινούσε τα μεγάλα τουριστικά της ανοίγματα), αλλά συγχρόνως να μη θιγεί η αισθητική ιστορία του τόπου.

 

 

Ο λόγος που το συγκεκριμένο έργο είναι τόσο σημαντικό είναι η ρηξικέλευθη διαμόρφωσή του που εντάσσεται απόλυτα στο τοπίο. Δουλεύοντας συλλογικά με τους φοιτητές του και τους τοπικούς λιθοξόους, ο Πικιώνης εφάρμοσε την ιδιαίτερη τεχνική της λιθόστρωσης με τη χρήση χαλασμάτων που περισώθηκαν από τη βίαιη ανοικοδόμηση της αναπτυσσόμενης πρωτεύουσας. Σε αντίθεση με τους βιομηχανικούς και αρχαιολογικούς μετασχηματισμούς του τοπίου, το σχέδιό του παραμένει το μοναδικό είδος αστικής πολεοδομίας που υλοποιήθηκε ποτέ στις πλαγιές γύρω από την Ακρόπολη.

«Η άσκηση της πρακτικής του Σεζάν με ήγαγε μακριά από τα ιδεώδη της Δύσης. Η Ανατολή και το Βυζάντιο μου αποκάλυψαν πως η δημιουργία μιας ανηγμένης απ’ την φύση και απ’ την ύλη της μίμησης συμβολικής γλώσσας, είναι ο δρόμος ο μόνος έγκυρος και άξιος του πνεύματος για να εκφράσει τις ιδέες και τα συναισθήματά μας απ’ τη Ζωή. Κάποιος είπε σωστά πως απ’ την υπεύθυνη στάση μας ανάμεσα Ανατολή και Δύσης θα εξαρτηθεί η πορεία του Ελληνισμού. Θα προσθέσω: κι από την αρμόδια σύνθεση των αντιθετικών ρευμάτων σε μια νέα μορφή. Θα μπορούσα να αναλύσω πώς παρουσιάζεται το πρόβλημα τούτο στην Αρχιτεκτονική. Μα θ’ αρκούσε εδώ να πω πως είμαι ανατολίτης», έχει δηλώσει ο ίδιος ο Πικιώνης.

Αφοσιωμένος ευλαβικά στη λαϊκή παράδοση, σε μία μεταπολεμική περίοδο που οι πάντες επηρεάζονταν από τα διεθνή ρεύματα τα οποία συχνά μιμούνταν με άστοχους και άτεχνους νεωτερισμούς, ο Πικιώνης συγκέντρωσε τους καλύτερους τεχνίτες της Αθήνας, λιθοξόους, χτίστες, ξυλουργούς με τα συνεργεία τους, και με τυφλή εμπιστοσύνη και ισότιμη συνεργασία δημιούργησε, κυριολεκτικά με τα χέρια και τη συνδρομή τους, βήμα βήμα, χωρίς ολοκληρωμένα σχέδια, αυτοσχεδιάζοντας περισσότερο, ένα τεραστίων μεγεθών χειροτέχνημα. Ήταν η εφαρμογή των αρχών και των αισθητικών επιλογών μιας ζωής και της σταδιοδρομίας του εβδομηντάχρονου τότε αρχιτέκτονα, που είχε ξεκινήσει από τα θρανία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου μισό αιώνα πριν και μέσα από ποικίλες, καλλιτεχνικής φύσεως αναζητήσεις άγγιζε το τελειότερο και πλέον εμβληματικό επίτευγμά του.

 

Αγ. Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, Ανατολική όψη 1954 – 1957, Μουσείο Μπενάκη

 

Ο Πικιώνης είχε παραδεχτεί πως «Μέσα στη φύση μου δεν ήταν η Αρχιτεκτονική το πραγματικό κέντρο των κλίσεών μου». Άνθρωπος καλών προθέσεων και μετριοπαθής, βίωνε έναν εσωτερικό διχασμό: του ζωγράφου, που ήθελε να είχε γίνει, και του αρχιτέκτονα που τελικά έγινε, γεγονός που επηρέασε το σύνολο των έργων του. Ακόμα κι όταν μπήκε στο Πολυτεχνείο να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός, συνέχισε την άσκησή του στη ζωγραφική, απέναντι στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πρόκειται για έναν από τους πρώτους και λίγους της γενιάς του Έλληνες εικαστικούς που στάθηκε με ενδιαφέρον στην ανεικονική τέχνη εκείνης της εποχής στην Ευρώπη και δεν την απέρριψε χωρίς συζήτηση, όπως η ακαδημαϊκή πλειοψηφία.

Όταν η κόρη του, Αγνή, ανακάλυψε το αρχείο με τα έργα του, αυτό ήταν χωρισμένο στις εξής ενότητες: «Από την Φύση» (1904 – 1925), «Αναμνήσεις από το Παρίσι» (1910 – 1920), «Αρχαία» (1915 – 1946), «Της Φαντασίας» (1930 – 1940) και «Λαϊκά» (1940 – 1950). Οι ονομασίες που έδωσε σ’ αυτές τις ενότητες, μαρτυρούν τη στενή σχέση της ζωγραφικής του, της αρχιτεκτονικής του και των στοχαστικών του αναζητήσεων. Ο ίδιος, επέλεξε να μην παρουσιάσει το ζωγραφικό του έργο, ίσως γιατί το θεωρούσε απλώς μια άσκηση παράλληλη με την αρχιτεκτονική του έρευνα. Ίσως πάλι να θεωρούσε ότι ήταν κάτι απόλυτα προσωπικό για να το εκθέσει δημόσια. Τα μόνα ζωγραφικά έργα που έδωσε να δημοσιευτούν ήταν στο περιοδικό «Ζυγός» το 1958. Εκθεσιακά η ζωγραφική του παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1978, στην Εθνική Πινακοθήκη.

 

Έργο του Πικιώνη, χωρίς τίτλο, σε χαρτί.

 

«Ήθελα να ζωγραφίζω ολομόναχος. Όχι μόνο γιατί ένας δεν είναι πρόθυμος πάντα να δείξει εις τους άλλους τις ενδεχόμενες αδυναμίες του, μα γιατί η τέχνη ήταν για μένα θρησκευτική πράξη ευλάβειας και λατρείας προς τη Μητέρα Φύση, και την ιερότητα τούτη κίνδυνος θα’ ταν η αμάθεια των πολλών να προσβάλει. Μόνος λοιπόν επήγαινα στο άλσος τούτο, που ήταν το άδυτό μου. Μόνος ή με το Στέρη. Και εκείνος αισθανόταν όμοια με μένα και εσεβόταν τις θρησκευτικές τούτες στιγμές του άλλου… Βλέποντάς μας, μια μέρα, ένας Γερμανός μουσικός, καθηγητής του Ωδείου, που έμενε εκεί κοντά, εξομολογήθηκε σ’ ένα κοινό φίλο: “Χτες είδα μέσα στο άλσος δύο ζωγράφους και μου ήρθε η διάθεση να τους παίξω βιολοντσέλο”. ‘Εκτοτε, τα βαθιά τα χρώματα, τα πράσινα, τις καρμίνες, τα αισθανόμουνα πάντα ως τους βαθιούς ήχους της μουσικής», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πικιώνης.

 

 

Ο Πικιώνης, άνθρωπος των καλών προθέσεων και μετριοπαθής, βίωνε έναν εσωτερικό διχασμό: του ζωγράφου που ήθελε να είχε γίνει και του αρχιτέκτονα που τελικά έγινε, γεγονός που επηρέασε το σύνολο των έργων του. Πολυπράγμων καλλιτέχνης με πολλαπλές γνώσεις, εμβάθυνε στις φιλοσοφικές αισθητικές του αναζητήσεις και όπως σημείωσε και ο Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, «μες στην έρημο εκείνων των χρόνων ο Πικιώνης ήταν πραγματικά ένας αναχωρητής, ένας νέος Ιωάννης της Κλίμακος, ένας ταπεινός ασκητής ή ένας αρχαίος Έλλην σοφός, του οποίου οι πνευματικές και ηθικές συλλήψεις αποκτούσαν την ακρίβεια γεωμετρικού κανόνα».

«Το εξαιρετικό με τον Πικιώνη είναι ότι σε μια εποχή που η κτηριολογία ήρθε να αντικαταστήσει την αρχιτεκτονική, ο Πικιώνης αντέδρασε θέλοντας να παρουσιάσει την αρχιτεκτονική ως τέχνη, χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό, όπως οι σύγχρονοί του που νόμιζαν πως είναι πιο καθωσπρέπει να είναι κτηριολόγοι», έγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης για τον εμπνευσμένο αρχιτέκτονα, στοχαστή και φιλόσοφο, που άνοιξε νέους αισθητικούς ορίζοντες στην Ελλάδα.

 

 

Υπερασπιστής της ελληνικής τέχνης που πήγαζε από την παράδοση και την ιστορική μνήμη, υποστήριζε την επιστροφή στις ρίζες, με την έννοια ότι το σφρίγος της νέας δημιουργίας θα ανάβλυζε μέσα από την ελληνική γη. Το έργο του Πικιώνη μπορεί να θεωρηθεί σήμερα σαν ένας εικαστικός αντίλογος της εποχής του μοντερνισμού χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αρνιόταν την απλότητα έκφρασης του μοντέρνου κινήματος. Το Δημοτικό Σχολείο στα Πευκάκια του Λυκαβηττού και το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αποδεικνύουν τη συγκρατημένη αποδοχή, από τον Πικιώνη, των αρχών του μοντέρνου κινήματος.

Το αρχιτεκτονικό έργο του Πικιώνη συνδυάζει καλλιτεχνική δημιουργία και φιλοσοφικό στοχασμό. Αρχικά καθαρά ρασιοναλιστικό, έπειτα συνδυάζοντας το οικουμενικό πνεύμα μαζί με το πνεύμα της εθνότητας, πάντα όμως συνυφασμένο με την ιστορία, την παράδοση και ταυτόχρονα το νεωτερισμό, το έργο του διακρίνεται σε δύο περιόδους: πριν και μετά το 1932.

Για την αλλαγή αυτή στη σκέψη του, που τον έκανε ν’ απαρνηθεί τα προ του 1932 έργα του, ο ίδιος σημειώνει: «Από την εποχή αυτή σημειώθηκε μια στροφή στις αισθητικές μου αντιλήψεις. Η ρασιοναλιστική αντιμετώπιση του σχήματος ως απαυγάσματος της οργανικής του υπόστασης […] μου φάνηκε ότι δεν ήταν δυνατό να επιλύσει τον υπερβατικό χαρακτήρα του. Το ωραίο είναι αναγκαίως και οργανικό, αλλά παν το οργανικό δεν είναι αναγκαίως ωραίο για τον άνθρωπο. Ένα σύστημα υπονόμων δύναται να είναι διδακτικό για τον αρχιτέκτονα […]. Δε δύναται όμως να αποτελέσει αντικείμενο της χαράς και της απολαύσεως την οποία χαρίζει μόνο η τέχνη. Το σχήμα είναι κάτι το υπερβατικό κι έτσι δε δύναται να αντιμετωπιστεί με μια στενή ρασιοναλιστική θεώρηση».

 

 

Το Σχολείο στα Πευκάκια εντάσσεται στο πρόγραμμα ευρείας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και ανέγερσης σχολικών κτηρίων του ’30. Ανήκει στα έργα αναφοράς του ελληνικού μοντερνισμού, αν και ο Πικιώνης το αποκήρυξε αμέσως μετά την κατασκευή του. Πρόκειται για συνηθισμένη τυπολογία σχολικού κτηρίου με τους κλειστούς χώρους διατεταγμένους γύρω από κεντρικό υπαίθριο. Χτισμένο στους πρόποδες του Λυκαβηττού, πατά σ’ ένα έντονα επικλινές έδαφος. Οι καθαροί μοντέρνοι όγκοι, που φιλοξενούν τις κλειστές λειτουργίες, και ο κεντρικός υπαίθριος χώρος ακολουθούν την κλίση διαμορφώνοντας επίπεδα. Έτσι, η αυλή του σχολείου αποκτά κλίμακα και θεατρικότητα και δύναται να φιλοξενήσει πολλαπλές δραστηριότητες, που αφορούν στην κάθε αίθουσα διδασκαλίας χωριστά ή στο σύνολο των παιδιών του σχολείου. Για ακόμα μία φορά σ’ αυτό το έργο του Πικιώνη, ίχνη της ιστορίας και της λαϊκής παράδοσης συντίθενται με το πνεύμα της νεωτερικότητας. Η μεγάλη στοά της εισόδου παραπέμπει σε αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική. Τα πεζούλια, οι πλακοστρώσεις και τα κλιμακωτά επίπεδα σε παραδοσιακή νησιώτικη αρχιτεκτονική. Στο σύνολο, όμως, το σχολείο χτίστηκε με βάση τις λειτουργικές θεωρίες της γερμανικής σχολής του Μπάουχαους: με ορθολογισμό και καθαρότητα στις λειτουργίες, με πολλούς ελεύθερους χώρους, με φωτεινές αίθουσες. Η κατασκευή του κτηρίου έγινε με μοντέρνα υλικά: ο φέρων οργανισμός είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ στις γεωμετρικές και αυστηρές όψεις κυριαρχούν οι επιχρισμένοι με λευκό σοβά τοίχοι και τα μεγάλα ξύλινα υαλοστάσια.

 

Το Δημοτικό Σχολείο, στα Πευκάκια Λυκαβηττού, 1932

 

Μετά από τα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά έργα του 19ου αιώνα και τη ρομαντική κηποτεχνία του Εθνικού Κήπου, χρειάστηκε περίπου ένας αιώνας για να εμφανιστεί ένα έργο δημόσιου υπαίθριου χώρου τέτοιας σημασίας για την ευρύτερη νεώτερη Αθήνα. Το έργο περιλαμβάνει δύο κύριες σπειροειδείς διαδρομές, που ξεκινούν σχεδόν αντικριστά στη συμβολή Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Αποστόλου Παύλου. Η μία ανεβαίνει βόρεια το λόφο της Ακρόπολης ως το ιερό της Αθηνάς. Η άλλη απομακρύνεται απ’ αυτόν, δημιουργώντας δύο συνθήκες θέασής του: μια πρώτη στου Λουμπαρδιάρη, όπου ξεπροβάλλει για μοναδική φορά μετωπικά η κύρια όψη του Παρθενώνα, και μια δεύτερη στο Άνδηρο, όπου καταλήγει η διαδρομή συστρεφόμενη. Σ’ όλο το έργο ο Πικιώνης χρησιμοποίησε την οπτική αντίληψη ως συνθετικό εργαλείο. Ένα χωρικό σύστημα οπτικών χαράξεων ενώνει το τοπίο -εγγύτερα ή μακρινά- με την ιστορία του. Στα δύο σημεία θέασης όμως, οι χαράξεις είναι ιδιαίτερα εμφανείς.

Στη διαμόρφωση γύρω απ’ τον Άγιο Δημήτριο, οι αρμοί της δαπεδόστρωσης, κατά την είσοδο στον υπαίθριο χώρο του, κατευθύνουν το βλέμμα. Στον ημιυπαίθριο χώρο του παλιού καφενείου η κεκλιμένη στέγη στρέφεται προς την Ακρόπολη. Στην κορυφή του λόφου, στο Άνδηρο, μαρμάρινα καθιστικά και μικρές πέτρινες κατασκευές οργανώνονται έτσι ώστε να τοποθετήσουν τον άνθρωπο στα σημεία με την καλύτερη θέα των Προπυλαίων και της Ακρόπολης γενικότερα. Ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίο ο Πικιώνης συλλαμβάνει την έννοια της Φύσης. Φύση που είναι εδώ συνυφασμένη με την ιστορία και το παρελθόν του πολιτισμού της. Ενσωματώνει ανθρώπινες γραφές και απομεινάρια παλαιότερης κατοίκησης, τόσο που δεν ξεχωρίζει απ’ αυτά. Αρχαία μνημεία, κτίσματα, βράχοι, θάμνοι σαν ένα ενιαίο τοπίο αφηγούνται την ιστορία της Αττικής Γης.

 

Διαμόρφωση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη και τον Λόφο του Φιλοπάππου, 1954-1958: Κάτοψη κλιμακωτής ανόδου από την πλατεία στάθμευσης για την Ακρόπολη.

 

Ο παιδικός κήπος της Φιλοθέης ανήκει στα έργα εκείνα του Δημήτρη Πικιώνη που εκφράζουν την αντίληψη ότι όλες οι κουλτούρες έχουν μια κοινή και αιώνια βάση: τα πάντα είναι διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, βλέπει: «Την παγκόσμια παράδοση ωσάν κάτι ενιαίο, που υπακούει στις «αΐδιες» αρχές (οι αρχές της παράδοσης είναι «αΐδιες», οι μορφές παραλλάσσουν)».

Στο περίπτερο και στην είσοδο του παιδικού κήπου είναι σαφείς και εμφανείς οι επιρροές από ιαπωνική αρχιτεκτονική ενώ δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζονται τέτοιες επιρροές στο έργο του. Η έρευνα του Πικιώνη για τα παιδιά και το παιδικό παιχνίδι φαίνεται ιδιαίτερα στον εξοπλισμό που επέλεξε: μια ξεχαρβαλωμένη βάρκα, μια καλύβα σαρακατσάνικου τύπου, ένα γεφύρι σε μια μικρή λίμνη. Ένας εξοπλισμός τελικά μυστηριακός, εξερευνητικός και όχι τυποποιημένος ή βιομηχανικός, που προσφέρει πολλές εναλλακτικές -συλλογικού ή ατομικού- αυθόρμητου παιχνιδιού.

 

Παιδικός Κήπος, Φιλοθέη, 1961-1965

 

Ο Πικιώνης ήταν ένας πολυπράγμων καλλιτέχνης με πολλαπλές γνώσεις, όμως πάνω απ’ όλα ήταν μια μεγάλη πνευματική προσωπικότητα, ένας βαθύς στοχαστής ενός καιρού κρίσιμων μεταβάσεων και μετατοπίσεων και ένας εξαιρετικά ηθικός άνθρωπος. Τα κείμενά του και οι καταγεγραμμένες ομιλίες του ακόμη και σήμερα έχουν να δώσουν πολλά, να αφυπνίσουν, να καθοδηγήσουν.

Ο Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας έχει πει χαρακτηριστικά: «μες στην έρημο εκείνων των χρόνων ο Πικιώνης ήταν πραγματικά ένας αναχωρητής, ένας νέος Ιωάννης της Κλίμακος, ένας ταπεινός ασκητής ή ένας αρχαίος Έλλην σοφός, του οποίου οι πνευματικές και ηθικές συλλήψεις αποκτούσαν την ακρίβεια γεωμετρικού κανόνα».

 

 

Η ενασχόλησή του και με την φιλοσοφία επηρέασε βαθιά την αρχιτεκτονική του οπτική, καθώς πίστευε ότι υπάρχει μια οικουμενική παράδοση που πρέπει να συντίθεται με το εθνικό πνεύμα. «Μια ενιαία παράδοση του πλανήτη που απλώνεται από την Ανατολή στη Δύση και από τον Βορρά στη Μεσημβρία», όπως ανέφερε σε σημειώσεις του για ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών.

«Ο βίος στην Ελλάδα είναι ως επί το πλείστον υπαίθριος» υποστήριζε και με αυτόν τον γνώμονα φρόντισε να δημιουργήσει το τέλειο περιβάλλον για τις δικές μας βόλτες στην Πρωτεύουσα. Το έργο του έγινε ο λόγος που οι επισκέπτες της Αθήνας λάτρεψαν και θα λατρεύουν τον περίπατο στον περιβάλλοντα χώρο της Ακρόπολης.

 

Διαμόρφωση του αρχαιολογικού περί την Ακρόπολη χώρου και του λόφου Φιλοπάππου, Αθήνα, 1954-1957

 

Ο Πικιώνης, μας άφησε παρακαταθήκη το αρχιτεκτονικό του έργο, τα δοκίμια και τα αισθητικά έργα του. Απάντησε όπως και οι άλλοι δημιουργοί που συμβατικά ονομάζονται «Γενιά του ‘30», στο ερώτημα για την σχέση μας με την Δύση, πως ο μοντερνισμός είναι ριζοσπαστικός μεν, απέναντι σε ό,τι κυριαρχεί εκεί μετά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσει αξίες και μορφές που δημιουργήθηκαν στην ελληνική παράδοση από ανώνυμους συχνά τεχνίτες.

 

Ο Δ. Πικιώνης με τα παιδιά του Ινώ, Ίωνα, Τάσο & Πέτρο στην Αίγινα, τέλη δεκαετίας του ‘30.

 

Στα όρια αυτού του στοχασμού, ούτε ο μιμητισμός είναι λύση αλλά ούτε και η εθνική αυτάρκεια. Δυστυχώς οι πόλεις μας δεν χτίστηκαν κατά τα πρότυπα που μας έδειξε ο Δ. Πικιώνης, αλλά συγχρόνως δεν υπήρξε ούτε η δημιουργική αφομοίωση του όποιου θετικού προϋπήρξε στον δυτικό κόσμο. Αντίθετα, η εχθρότητα προς την παράδοση συνδυάστηκε με την ανομία και την αντιαισθητική κακογουστιά. Η αντιπαροχή, η δόμηση δίχως καμία προοπτική και σχέδιο κατέστρεψε τον οικιστικό χώρο και επιβάρυνε τραγικά το φυσικό περιβάλλον σε πολλές περιοχές της Αττικής. Ο Πικιώνης έφυγε από τη ζωή στις 28 Αυγούστου 1968, έχοντας με τον μοναδικό του τρόπο συμβάλει στην αρμονική εικόνα και την συνύπαρξη της σύγχρονης Αθήνας, με την αρχαία πρόγονό της.

ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ