Η γυναίκα που άφησε εποχή
Μύθοι

Η γυναίκα που άφησε εποχή

Βραβευμένη καλλιτέχνης, δραστήρια πολιτικός, ερωτευμένη πατριώτισσα, μία συναρπαστική προσωπικότητα που άφησε εποχή και δημιούργησε ιστορία τόσο στη χώρα μας όσο και στο εξωτερικό. Ο λόγος για την ξεχωριστή Μελίνα Μερκούρη που με τους αγώνες και την αγάπη της για το κράτος και τον πολιτισμό της Ελλάδας, έκανε τον λαό να τη λατρέψει και κατάφερε ακόμα κι έπειτα από εικοσιτέσσερα χρόνια να διατηρεί μοναδική θέση στην καρδιά και στις μνήμες του έθνους.

Η οικογένεια Μερκούρη ήταν αρβανίτικης καταγωγής, προερχόταν από την Αργολίδα και μέλη της είχαν πολεμήσει στην επανάσταση του 1821. Η Μελίνα γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1920 στο σπίτι του παππού της, Σπύρου Μερκούρη, δημάρχου Αθηνών για περίπου είκοσι χρόνια, σπίτι το οποίο ήταν πάντοτε ανοιχτό για όποιον κι αν ήθελε να τον επισκεφτεί.

 

 

Το γεγονός πως η Μελίνα έμαθε να συναναστρέφεται κάθε λογής ανθρώπους, από τους πιο ισχυρούς μέχρι τους πιο ταπεινούς, σε συνδυασμό με την αγάπη του Σπυρίδωνα Μερκούρη για την Αθήνα και τη στενή σχέση που είχαν παππούς κι εγγονή, καλλιέργησαν την εκπαίδευσή της στον ανθρώπινο πολιτισμό, το επικοινωνιακό της χάρισμα, αλλά και τη δική της αγάπη για την Πρωτεύουσα και την Ελλάδα.   

Η «κληρονομική» της σχέση με την πολιτική δε σταμάτησε στον γηραιότερο Μερκούρη, καθώς ο πατέρας της, Σταμάτης, ήταν αξιωματικός του Ιππικού και χρημάτισε βουλευτής και υπουργός, ενώ ο θείος της, Γεώργιος Μερκούρης, ήταν ιδρυτής του Ελληνικού Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

 

 

Η Μελίνα δεν υπήρξε «παιδί των γραμμάτων», έβρισκε το μάθημα τρομερά πληκτικό και της ήταν αδύνατον να αφοσιωθεί στη διδασκαλία και στο διάβασμα. Αντιθέτως, ονειροπολούσε και σκεφτόταν ότι μια μέρα θα γινόταν ηθοποιός, πράγμα που την οδήγησε στο να διαβάζει πολύ για το θέατρο, όπως και την ιστορία. Ήταν, όμως, αδύνατον να πειστεί η οικογένειά της των πολιτικών να της επιστρέψει να ακολουθήσει την υποκριτική και να ανέβει στο σανίδι. Άλλες ήταν οι προσδοκίες της τάξης τους, τόσο από την πλευρά της μητέρας της (Λάππα) με αδέλφια έναν ναύαρχο κι έναν διπλωμάτη όσο και από την άλλη με τον πατέρα της που βρισκόταν στην εξορία επειδή αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Μεταξά.

Το 1939,  σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, δέχτηκε να παντρευτεί τον Παναγή Χαροκόπο, οικονομικά πανίσχυρο και, ως απόφοιτος του Κέμπριτζ, ιδιαίτερα καλλιεργημένο και ελεύθερο πνεύμα, επειδή δέχτηκε να την αφήσει να σπουδάσει θέατρο. Παντρεύτηκαν κρυφά, χωρίς τη συγκατάθεση της οικογένειάς της, σε ένα χωριό κοντά στην Καλαμάτα. Εγκαταστάθηκαν μαζί σε ένα από τα πολυτελέστερα ρετιρέ της πόλης, Ακαδημίας 4, και με τη συνδρομή του φίλου της Δημήτρη Χορν μπήκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

 

 

Πρωτοεμφανίστηκε στη θεατρική σκηνή το 1944 στο Θέατρο Βρετάνια με τον θίασο του Γιώργου Παππά και Αντώνη Γιαννίδη, με το έργο του Αλέξη Σολομού «Το μονοπάτι της Λευτεριάς» και συνέχισε με δεκάδες παραστάσεις που την έκαναν να ξεχωρίζει όλο και περισσότερο στα μάτια του κοινού και των κριτικών. Το 1949, το «Λεωφορείον ο Πόθος» αποτέλεσε μια από τις παραστάσεις σταθμούς στην καριέρα της (παράσταση για την οποία γράφτηκε το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Χάρτινο το Φεγγαράκι») καθώς το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν για τους ηθοποιούς του Εθνικού ήταν «απαγορευμένο» μέχρι τότε. «Η Άννα των Χιλίων Ημερών» αποτέλεσε ιστορική παράσταση, που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Μυράτ και έπαιζαν μεταξύ άλλων η Μελίνα Μερκούρη, η Ειρήνη Παππά, η Άννα Συνοδινού, η Νίτσα Τσαγανέα, ο Χρήστος Τσαγανέας κ.ά.

Από το 1951, άρχισε να πρωταγωνιστεί παράλληλα και στη γαλλική θεατρική σκηνή, όπου έγινε μούσα ενός από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς, του Μαρσέλ Ασάρ. Η πρώτη της ταινία, η μυθική πλέον «Στέλλα» προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1955. Η σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και η ερμηνεία της Μελίνας χάρισαν στην ταινία παγκόσμια αναγνώριση και βραβεύτηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας ρετροσπεκτίβας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1960, με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας του 1956, καθώς και με το βραβείο ερμηνείας Isa Miranda, για την ερμηνεία της Μελίνας Μερκούρη, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών του 1955.

 

 

Το 1960, ήταν η χρονιά-ορόσημο για την καριέρα της Μελίνας Μερκούρη, η χρονιά του διεθνούς θριάμβου του «Ποτέ την Κυριακή» του Ζιλ Ντασέν, που βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού και εκείνη με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ των Καννών, την υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου κι έγινε αφετηρία για τη διεθνή της καριέρα. Τα «Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι, που έναν χρόνο μετά πήρε το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού, έκανε διάσημα τα μπουζούκια, την ελληνική μουσική, το λιμάνι του Πειραιά, την Ελλάδα στο σύνολο, η οποία έγινε ο πιο ελκυστικός τουριστικός προορισμός διεθνώς. Η Μελίνα κατέβηκε στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης και ερμήνευσε την παροπλισμένη σταρ, Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο, στο «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τενεσί Ουίλιαμς, ενώ ήρθε καταιγισμός προτάσεων για κινηματογραφικούς ρόλους. Ταξίδευε άλλοτε στη Γαλλία κι άλλοτε στην Ιταλία για να συμμετάσχει σε ταινίες του Κλοντ Οτάν Λάρα ή του Βιττόριο Ντε Σίκα.

Τα σημαντικότερα αμερικανικά και ευρωπαϊκά περιοδικά έστειλαν συνεργάτες τους να φωτογραφίσουν τη Μελίνα στη γενέτειρά της κι εκείνη έβαλε όλη της τη γοητεία και την κομψότητα για να διαφημίσει τον τόπο της. Διασημότερες είναι οι φωτογραφίες του Slim Aarons για λογαριασμό αμερικανικού περιοδικού στην πιο αγαπημένη της γειτονιά, την Πλάκα. Από εκείνη την εποχή, εμφανιζόταν συχνά σε φωτογραφίες πάνω στην Ακρόπολη, μέχρι που το αμερικανικό τηλεοπτικό κανάλι ABC έστειλε, το 1964, συνεργείο και γύρισε το ντοκιμαντέρ Melina’s Greece. Η μουσική ήταν του Σταύρου Ξαρχάκου και διαφήμιζε την Αθήνα, αλλά και πολλά μέρη της Ελλάδας.

 

 

Εκείνη και ο Ζιλ Ντασέν παντρεύτηκαν στις 18 Μαΐου 1966, στο δημαρχείο Λωζάνης με τον Νίκο Κούρκουλο να είναι ο μόνος Έλληνας μάρτυρας στον γάμο. «Είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή στη ζωή μου», φέρεται ότι δήλωσε η Μελίνα Μερκούρη. «Θα ήθελα να είχαμε παντρευτεί στην Ελλάδα, αλλά τότε θα έπρεπε να καλέσουμε πολύ κόσμο και δεν ταίριαζε ο θόρυβος και η φασαρία σε μια απλή τελετή που επισφραγίζει συμβίωση 10 χρόνων». Το ίδιο βράδυ ακολούθησε ελληνικό γλέντι με συρτάκι και πολύ κέφι στο Λωζάν Παλλάς.

Παράλληλα με τη θεατρική και κινηματογραφική της καριέρα σε Ελλάδα και εξωτερικό η Μελίνα κυκλοφόρησε πάνω από δεκαπέντε δίσκους, με ερμηνείες έργων των Μάνο Χατζηδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Βασίλη Τσιτσάνη, Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολτ Μπρεχτ.

 

 

Το πραξικόπημα της 21 Απριλίου 1967, τη βρήκε στο εξωτερικό όπου παρουσίαζε στο Μπρόντγουεϊ το «Ίλια Ντάρλινγκ» κι εμφανίστηκε στις κάμερες των αμερικανικών μέσων να δηλώνει κλαίγοντας «Σας παρακαλώ μην πάτε στη χώρα μου». Η Μελίνα Μερκούρη είχε στερηθεί την ελληνική ιθαγένεια και το ελληνικό της διαβατήριο από τη χρονιά του πραξικοπήματος λόγω του αντιδικτατορικού της αγώνα. Όταν πληροφορήθηκε την απόφαση της χούντας έκανε την ιστορική δήλωση «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας».

Με συνεντεύξεις, συναυλίες, ηχογραφήσεις, απεργίες πείνας και πολιτικές εκδηλώσεις η Μελίνα αποτέλεσε μόνιμο πρόβλημα για τη χούντα που αποπειράθηκε να την δολοφονήσει με διάφορους, ανεπιτυχείς, τρόπους, μιας και το καθεστώς των συνταγματαρχών τη χαρακτήριζε «ανθέλληνα» και «εχθρό» του ελληνικού τουρισμού -μια γυναίκα που είχε κάνει τα πάντα για την Ελλάδα και που με το «Ποτέ την Κυριακή» είχε συμβάλει καθοριστικά στην τουριστική έκρηξη της χώρας. Τα χρόνια της δικτατορίας, από τη στιγμή που τελείωσε τις παραστάσεις του «Ίλια Ντάρλινγκ», η Μελίνα έπαιξε μόνο τη «Λυσιστράτη», το 1972 στο Μπρόντγουεϊ σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.

Δύο ημέρες μετά την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στις 26 Ιουλίου του 1974, επέστρεψε στην αγαπημένη της Ελλάδα με πλήθος φίλων να την περιμένει στο αεροδρόμιο. Αμέσως οργανώθηκαν δύο συναυλίες, η μία από τον Μίκη Θεοδωράκη στο Καραϊσκάκη και η άλλη από τον Μαρκόπουλο στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, τις οποίες ο Νίκος Κούνδουρος συμπεριέλαβε στο ντοκιμαντέρ του «Τα τραγούδια της φωτιάς». Η Μελίνα, δίπλα στον Ξυλούρη, τον Νταλάρα, τον Κατράκη, τον Λοΐζο, τη Μαρίζα Κωχ, την Καρέζη και τον Καζάκο, τραγούδησε με τη χαρακτηριστική παθιασμένη φωνή της το «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη, το «Καφενείο η Ελλάς» του Μαρκόπουλου και δύο του Σαββόπουλου, τον «Καραγκιόζη» και την «Κύπρο».

 

 

Το 1975, ανέβασε στο θέατρο Κάππα με τον Νίκο Κούρκουλο την «Όπερα της πεντάρας», το 1976 την «Μήδεια» με το Κ.Θ.Β.Ε., ενώ το 1978 το «Συντροφιά με τον Μπρεχτ» από το Ελληνικό θέατρο του Μάνου Κατράκη, παράσταση για την οποία γράφτηκε από το Θάνο Μικρούτσικο το «Άννα μην κλαις» για να τραγουδηθεί από εκείνη και τον Γιάννη Κούτρα. Το 1980, ανέβασε ξανά το «Γλυκό πουλί της Νιότης» με τον Γιάννη Φέρτη και έκλεισε ουσιαστικά την θεατρική της καριέρα με το «Ορέστεια» στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου από το Θέατρο Τέχνης.

Η ανάληψη της εξουσίας από το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του Οκτώβρη του 1981 ήταν μια επανεκκίνηση για την Ελλάδα, η Μελίνα τοποθετήθηκε από τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου στην ηγεσία του Υπουργείο Πολιτισμού και δεν έχασε τη θέση της παρά μόνο όταν το ΠΑΣΟΚ έχασε τη διακυβέρνηση της χώρας, το 1989. Κι επέστρεψε, το 1993, όπου έμεινε μέχρι το πρόωρο τέλος της.

 

 

Οι υφιστάμενοί της, τους οποίους κάλεσε από την πρώτη μέρα να «ονειρευτούν» μαζί της, έμαθαν με τα χρόνια να την αγαπούν και να την εκτιμούν, μιας κι ενώ η πλειονότητα από αυτούς ανήκε σε άλλη πολιτική παράταξη από αυτήν του κυβερνώντος κόμματος, εκείνη δεν έδιωξε κανέναν. Έτσι, εκτός από μια καλή συνταξιοδότηση, οι δημόσιοι υπάλληλοι ενός άχρωμου μέχρι εκείνη τη στιγμή υπουργείου έμαθαν και να «ονειρεύονται» νέους τρόπους ώστε να βελτιωθεί ο πολιτισμός και η Ελλάδα να ξαναμπεί στον διεθνή πολιτιστικό χάρτη.

Έλαβε μέρος σε όλες τις κυβερνήσεις Παπανδρέου ως Υπουργός Πολιτισμού και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε σχολιάσει ότι η Μελίνα Μερκούρη ήταν η μόνη που άντεξε τους δεκαέξι ανασχηματισμούς των κυβερνήσεών του, ενώ οι πολιτικοί έχουν σχολιάσει ότι το Υπουργείο Πολιτισμού επί των ημερών της λειτούργησε όσο ποτέ. Επιπλέον, ήθελε να γνωρίζει τα ζητήματα του λαού «εκ των έσω», έτσι που άνοιγε μια φορά την εβδομάδα το γραφείο της στον κόσμο, ο οποίος έτρεχε να της ζητήσει και να συζητήσει μαζί της τα πιο απίθανα πράγματα.

 

 

Η Μελίνα Μερκούρη ήταν αυτή που διακήρυτε ότι «η βαριά βιομηχανία της χώρας είναι ο πολιτισμός» και έδινε μάχη για την προώθησή του τόσο στο εξωτερικό όσο και το εσωτερικό. Ξεκίνησε την εκστρατεία για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, θίγοντας το θέμα επίσημα στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της UNESCO, τον Ιούλιο του 1982, στο Μεξικό.

«Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας. Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας» δήλωσε και συμπλήρωσε «Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα, σας λέω πως ναι, θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ».

 

 

Προκειμένου να κάνει εφικτή την επιστροφή των Γλυπτών, το 1989, κήρυξε διαγωνισμό για την κατασκευή ενός νέου Μουσείου της Ακρόπολης, δίνοντας παράλληλα έμφαση στις εργασίες αναστήλωσης της Ακρόπολης, αλλά και στη διάσωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Επίσης, δική της ιδέα ήταν και η ενοποίηση του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, για τη δημιουργία ενός αρχαιολογικού πάρκου. «Είναι επιτακτική ανάγκη, είναι χρέος της Ελλάδας να διασώσει την καρδιά της ιστορίας της, την καρδιά της Αθήνας, το ιστορικό της κέντρο, μ’ ένα έργο που θα αλλάξει παντελώς την εικόνα και τη ζωή στο κέντρο της πόλης» δήλωνε.

Το 1983, έθεσε το ερώτημα «πώς είναι δυνατόν μια κοινότητα που στερείται την πολιτιστική της διάσταση να μπορεί να αναπτυχθεί;» ενώπιων των υπουργών Πολιτισμού της τότε ΕΟΚ, σημειώνοντας πως ο πολιτισμός «είναι η ψυχή της κοινωνίας» και πως η ευρωπαϊκή ταυτότητα «βρίσκεται ακριβώς στον σεβασμό της ιδιαιτερότητας και στο να δημιουργήσουμε ένα παράδειγμα ζωντανό μέσα από ένα διάλογο των πολιτισμών της Ευρώπης. Η φωνή μας είναι καιρός να ακουστεί με την ίδια δύναμη όπως αυτή των τεχνοκρατών. Ο πολιτισμός, η τέχνη και η δημιουργία, δεν είναι λιγότερο σημαντικά από το εμπόριο, την οικονομία, την τεχνολογία».

 

 

Το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε εκτός εξουσίας για μια τριετία και όταν επέστρεψε ως κυβέρνηση το ’93, η Μελίνα, με δεδομένα τα σοβαρά προβλήματα υγείας της με καρκίνο πνευμόνων, ανέλαβε ξανά το αγαπημένο της υπουργείο, σε συνεργασία με τον Θάνο Μικρούτσικο. Κατά τα λεγόμενά της, κοίταξε κατάματα την ασθένειά της. Πράγματι, υπήρξε περίοδος που κάθε πρωί, πριν από το γραφείο της, πήγαινε για χημειοθεραπεία, το ίδιο ακριβώς διάστημα που 357 έντυπα, τηλεοπτικά κανάλια και ραδιόφωνα από όλο τον κόσμο διεκδικούσαν μια συνέντευξη μαζί της.

Τη μέρα πριν ταξιδέψει για τη Νέα Υόρκη για να εγχειριστεί, πέρασε από το υπουργείο να αποχαιρετήσει τους πιο αγαπημένους συνεργάτες της, κι ενώ τους αποχαιρέτησε κι έφυγε, επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα, ξαναμπήκε στο γραφείο της χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν, κούρδισε μια μικρή λατέρνα που της είχε χαρίσει ο Τσαρούχης και αποχώρησε υπό τη μελωδία των «Παιδιών του Πειραιά».

 

 

Έναν μήνα αργότερα, την καλωσόριζε ο εκκωφαντικός ήχος των Φάντομ που συνόδευαν το Τζάμπο που έφερνε πίσω τη σορό της. Στην είδηση του θανάτου της, στις 6 Μαρτίου του 1994, ο διεθνής Τύπος προέβη σε αναλυτικά αφιερώματα της ζωής της μυθικής Ελληνίδα με το βροντερό γέλιο ενώ στο Μπρόντγουεϊ τα θέατρα παρέμειναν κλειστά την ώρα της κηδείας. Δύο εικοσιτετράωρα κράτησε το λαϊκό προσκύνημα των χιλιάδων Αθηναίων που πέρασαν από το παρεκκλήσι της Μητρόπολης για να πουν το στερνό τους αντίο και, στις 10 Μαρτίου, μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία, πλήθη Αθηναίων τη συνόδευσαν μέχρι την τελευταία της κατοικία στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που κηδεύτηκε μετά από τριήμερο εθνικό πένθος, με τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού. Ήταν η μεγαλύτερη σε όγκο και συγκίνηση κηδεία που έχει δει ποτέ η Αθήνα, ξεπερνώντας ακόμα και εκείνες δημοφιλέστερων προσωπικοτήτων.

ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ