Ο πρώτος Έλληνας που κατέκτησε τρία βουνά του ορειβατικού «Γκραντ Σλαμ»
Έργα Ελλήνων

Ο πρώτος Έλληνας που κατέκτησε τρία βουνά του ορειβατικού «Γκραντ Σλαμ»

Ο Αντώνης Συκάρης έγινε ο πρώτος Έλληνας που κατέκτησε τρία βουνά του ορειβατικού «Γκραντ Σλαμ» (14 κορυφές του κόσμου που έχουν ύψος μεγαλύτερο των 8.000 μέτρων), ενώ το 2017, ανέβηκε μαζί με τον Μάικ Ευμορφίδη στην κορυφή του κόσμου, στο Έβερεστ των Ιμαλαΐων, και, πρόσφατα, κατέκτησε την κορυφή του βουνού Κανγκτσενγιούνγκα, την τρίτη ψηλότερη κορυφή του κόσμου.

Ο αναρριχητής γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1962 και ασχολείται με την ορειβασία τα τελευταία 29 χρόνια. Υπήρξε ιδιοκτήτης της τότε κραταιάς οικογενειακής επιχείρησης στην εμπορία ηλεκτρικών συσκευών, Συκάρης Α.Ε., επιχείρηση που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Το 2004 ήταν που αντιλήφθηκε την έλευση πολυεθνικών και τη συγκέντρωση που θα ερχόταν για τον κλάδο των ηλεκτρικών συσκευών και, το 2005, τότε που με οδηγό την εμπειρική του κρίση και την έρευνα στο εξωτερικό, ο Αντώνης Συκάρης, αποφάσισε το κλείσιμο της επιχείρησής του. «Έφυγα έγκαιρα και ανώδυνα για τους προμηθευτές και τους πιστωτές μου» έχει πει σε συνέντευξή του στο news.gr. Αργότερα, δραστηριοποιήθηκε στην εκμετάλλευση αστικών επαγγελματικών ακινήτων, στη δημιουργία φωτοβολταϊκού σταθμού στον Ασπρόπυργο και την αναρρίχηση.

 

 

To 1989, ενώ ακόμα εργαζόταν στην πώληση ηλεκτρικών ειδών, γνώρισε κάποιον που του μίλησε για το βουνό και τον αλπινισμό. Ο κος Σύκαρης ήδη αγαπώντας τη φύση από μικρό παιδί, αποφάσισε να συνδυάσει την αγάπη αυτή με όσα άκουγε για την ορειβασία. Έτσι, ξεκίνησε, το 1990, πεζοπορία και ορειβασία με αντίστοιχους συλλόγους, ώσπου, το 2013, έγινε μέλος του Συνδέσμου Νέων Ορειβατών, όπου και ασχολήθηκε αποκλειστικά με την αναρρίχηση. Εκεί ήταν που άρχισε η πορεία του στην κατάκτηση κορυφών και η αρχή ενός ταξιδιού δίχως τέλος. «Έχω βρει το νόημα της ζωής πάνω σε αυτό που λέγεται βουνό», μας λέει σε συνέντευξή του, «Είναι κάτι που κάνω με μεγάλο κέφι και χαρά και με μόνο όφελος εκείνο της ψυχής και της ικανοποίησής μου».

Από τότε, είναι ένας ορειβάτης με ανελλιπή και καταγεγραμμένη δράση σε εσωτερικό και εξωτερικό, με μεγάλες επιτυχίες για την ελληνική ορειβασία είτε ως αρχηγός είτε ως μέλος κάποιας αποστολής. Το 2017, κατέκτησε με τον Μάικ Ευμορφίδη το υπέρτατο σημείο καταξίωσης για έναν ορειβάτη, την κατάκτηση της κορυφής του Έβερεστ, μίας αποστολής της οποίας, καλό είναι να σημειωθεί πως, οι καταγεγραμμένοι θάνατοι έως και αυτήν τη στιγμή ξεπερνούν τους 290, τοποθετώντας τη σε μία από τις πιο επικίνδυνες κορυφές. Για αυτόν τον λόγο και η κατάκτηση της συγκεκριμένης κορυφής αποτελεί την επιβράβευση όλων των προσπαθειών για κάθε ορειβάτη, δεδομένου ότι αποτελεί την ψηλότερη κορυφή του κόσμου.

 

 

Το 2018, κατέκτησε μαζί με τον Φώτη Θεοχάρη την κορυφή του βουνού Κανγκτσενγιούνγκα, την τρίτη ψηλότερη κορυφή του κόσμου, και το Όρος Μανασλού μαζί με τον Γιώργο Μαρίνο, στοχεύοντας στην κατάκτηση ενός ακόμα βουνού του ορειβατικού «Γκραν Σλαμ», όπως ονομάζουν οι ορειβάτες τις 14 κορυφές του κόσμου που έχουν ύψος μεγαλύτερο των 8.000 μέτρων. Ακόμα, μας αποκάλυψε πως την άνοιξη του 2019 σειρά έχει το Μακαλού (8.481 μ.) και το καλοκαίρι το Κ2 (8.611 μ.).

 

Διαβάστε αναλυτικότερα τι μας είπε σε συνέντευξή του:

Ποιος είναι ο Αντώνης Συκάρης;

«Ο Αντώνης είναι ένας 56χρονος νεοέλληνας που δεν έχει σταματήσει να ονειρεύεται -λένε ότι γι’ αυτό τα όνειρα τα βλέπεις πάντα νύχτα• γιατί αυτά δεν κοιμούνται ποτέ. Κι εγώ βλέπω συνέχεια όνειρα κι είναι η μεγαλύτερη μου χαρά κι ευτυχία το να τα κάνω πραγματικότητα. Γεμίζω από την αναρρίχηση, έχω βρει το νόημα της ζωής πάνω σε αυτό που λέγεται βουνό -όχι τώρα, εικοσιεννέα ολόκληρα χρόνια ανελλιπώς και με συνεχή δράση -όχι μόνο στην Ελλάδα, στις Άλπεις και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Είναι κάτι που κάνω με μεγάλο κέφι και χαρά, χωρίς, φυσικά, να έχω κάποιο άλλο όφελος από εκείνο της ψυχής και της ικανοποίησής μου».

Το μικρόβιο του αλπινισμού πώς το κολλήσατε;

«Το 1989, όταν κάποιος είχε έρθει στο μαγαζί των ηλεκτρικών που είχα και μου μιλούσε για τα βουνά. Επειδή από μικρό παιδί μου άρεσε η φύση, μου άρεσε το να βρίσκομαι έξω στην ύπαιθρο, να κοιμάμαι κάτω από τ’ αστέρια, κάτω από τα δέντρα, μου άρεσε πάρα πολύ η υπαίθρια ζωή, αυτό που μου είπε εκείνος, το έδεσα με αυτό που είχα έμφυτο και ξεκίνησα να περπατάω το 90’ με κάτι ορειβατικούς συλλόγους. Ώσπου στα 51 μπήκα στον Σύνδεσμο Νέων Ορειβατών, οπου ασχοληθήκαμε καθαρά με την αναρρίχηση και πολύ λιγότερο με τις αναβάσεις στα βουνά. Μετά, το ένα έφερε το άλλο».

 

 

Ποιο είναι το αίσθημα με κάθε νέα ανάβαση;

«Νιώθω να παίρνω την ίδια ικανοποίηση που είχα πάρει σε κάθε άλλη ανάβαση, με τη διαφορά ότι έρχεται προσθετική η χαρά και η ικανοποιήση. Δεν είναι μόνο η χαρά εκείνης της φοράς, δηλαδή, αλλά είναι και της προηγούμενης και της επόμενης, η κάθε νέα ανάβαση έχει ακόμα μεγαλύτερη ικανοποίηση. Με μία λέξη, για να περιγράψω το αίσθημα, θα χρησιμοποιήσω την «πληρότητα». Είναι η χαρά του να βρεθείς εκεί που σκαρφαλώνεις, σε μια βορεινή βουνοπλαγιά, και να θέλεις λίγο ακόμα για να φτάσεις, να βλεπεις την κυρτότητα μπροστά σου, το «τσακ» για να βγεις στο τελευταίο dome της κορφής. Εκεί είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση -τρομερή χαρά κι ικανοποίηση» λέει και η φωνή του τρέμει ελαφρά σαν να θυμάται και να αναβιώνει εκείνες τις στιγμές πλήρους ευχαρίστησης και πληρότητας,  «αλλά πρέπει να πω ότι δεν είναι μόνο όταν βγαίνεις εκεί.

Το αίσθημα περιλαμβάνει και κάθε άλλη φορά που σκέφτεσαι ότι βγαίνεις εκεί πάνω, ξανανιώθεις το ίδιο πράγμα όπως εκείνη την ώρα που είχες ξαναβγει στο παρελθόν. Πραγματικά είναι εντυπωσιακό αυτό» παραδέχεται και ακούγεται ακόμα και μετά από τόσα χρόνια συνεπαρμένος από το γεγονός, «αλλά είναι είναι μία χαρά, μία συγκίνηση, υπερηφάνεια, που δεν τη ζεις μόνο για την ώρα που το κάνεις, αλλά και κάθε φορά που το αναπολείς. Έχω πει πολλές φορές στον εαυτό μου ότι όσα χρήματα κι αν μου έδιναν, δε θα ήθελα να εξαγοράσει κανείς αυτήν την ικανοποίηση που έχω νιώσει και νιώθω κάθε φορά που βγαίνω σε αυτό το dome -εκείνη τη στιγμή που γλιστράω και βγαίνω στην κορφή. Είναι κάτι που όταν το φέρνεις στη μνήμη σου, συγκινείσαι κάθε φορά και νιώθεις όπως τη στιγμή που ανέβηκες».

Έχει σημασία και η διαδρομή και όχι μόνο η κορυφή, έτσι;

«Εννοείται, εννοείται. Οι αναμνήσεις όλες αυτές είναι καταπληκτικό πράγμα» αναστενάζει με περίσσιο εκείνο το αίσθημα ολοκλήρωσης ακόμα και τόσο μακριά από το Όρος.

Η πιο δύσκολη κορυφή που έχετε ανέβει;

«Η Κανγκτσενγιούνγκα, όπου δεν είχε ανέβει κανείς για τρία συνεχόμενα χρόνια. Ήμασταν 42 άτομα από 25 χώρες και ανεβήκαμε μόνο οι 17, από τους οποίους οι δύο ήμασταν Έλληνες. Αυτό το θεωρώ πολύ μεγάλη επιτυχία και δεν είναι μόνο πρώτη εθνική επιτυχία, είναι και στο εξωτερικό. Σε όσους λέμε έξω ότι ανεβήκαμε στην Κανγκτσενγιούνγκα, λένε «Respect», ότι ήταν πραγματικά μια πολύ σημαντική προσπάθεια και πολύ σημαντικό επίτευγμα. Είμαστε πολύ περήφανοι που το καταφέραμε και αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να συνεχίσουμε -γιατί υπάρχουν δεκατέσσερις κορφές. Έχουμε πάει ήδη σε τρεις και το 2019 θα συνεχίσουμε».

 

 

Στις αντιξοες καιρικες συνθηκες, τι σκεφτεστε και προχωρατε; Πώς λειτουργειτε;   

«Στην πραγματικότητα, δεν κάνεις κάτι. Το ίδιο σου το σώμα και πάνω απ’ όλα το μυαλό σου -όταν έχεις αρκετή εμπειρία από προηγούμενες φορές- θυμάται τι πρέπει να κάνει για ν’ ανταπεξέλθει. Επιστρατεύεται όλη αυτή η ικανότητα και προσαρμόζει το σώμα από το μυαλό σου για να τα βγάλει πέρα σε αυτές τις δυσκολίες. Είναι καθαρά θέμα εμπειρίας, δηλαδή αυτό. Δεν είναι κάτι άλλο από το να πεις «Εγώ είμαι εδώ, έχω έναν στόχο και δε φεύγω από εδώ αν δεν τον ολοκληρώσω», αλλά αυτό για να το υποστηρίξεις θέλει και ψυχή και μυαλό, που έρχεται από την εμπειρία.

Το μυαλό θυμάται και ενεργοποιείται από τις παλιές, προηγούμενες μνήμες αντίστοιχων καταστάσεων -είναι ακριβώς όπως στο λέω. Είναι πάρα πολλές οι φορές που έχεις σκεφτεί «Θα γυρίσω πίσω σπίτι μου, δεν μπορώ, δεν αντέχω», όπου ξαφνικά αντιμετωπίζεις μία πάλη με τον ίδιο σου τον εαυτό που το ένα μέρος σού λέει να φύγεις και το άλλο να μείνεις και να φτάσεις στην κορυφή. Σ’ αυτήν την πάλη, μόνο η εμπειρία και η θέληση για να επιτεύξεις τον στόχο μπορεί να υπερνικήσει το μέρος που θέλει να παραιτηθεί».  

Τι απαιτεί η προετοιμασία;

«Ένας αθλητής-ορειβάτης δε σταματάει την προετοιμασία ποτέ, η ίδια η ζωή του είναι μια προετοιμασία. Θέλει καθημερινή προπόνηση, τουλάχιστον πέντε με έξι φορές την εβδομάδα, που έχει να κάνει με την αερόβια άσκηση και κυρίως τρέξιμο. Δηλαδή, πρέπει να κάνεις δεκαπέντε χιλιόμετρα την ημέρα τρέξιμο -εγώ σήμερα ήρθα Ελλάδα και από αύριο πάλι θα ξεκινήσω μετά από μία, δύο μέρες ξεκούρασης. Είναι τρόπος ζωής. Ανάβαση εδώ στην Πάρνηθα, όσον αφορά την αερόβια πάλι άσκηση και τη φυσική ικανότητα και βέβαια δε σταματάς να σκαρφαλώνεις, που είναι το κύριο συστατικό της ορειβασίας.

Στην ορειβασία, αν δε σκαρφαλώνεις, δεν κάνεις τίποτα. Τώρα, σε λίγες μέρες θα πάμε στις Άλπεις πάλι, διαδρομές θα κάνουμε κι εκεί. Εκεί, έχω ένα άλλο πρότζεκτ, τις 82 κορυφές πάνω από τα 4.000 μ., ένα πάρα πολύ σοβαρό εγχείρημα που δεν το έχει κάνει κανένας Έλληνας στο παρελθόν και ελάχιστοι άνθρωποι το έχουν καταφέρει. Είναι πάρα πολύ ωραίο, έχει πάρα πολύ ωραία αναρρίχηση, σκαρφαλώνεις και το χαίρεσαι και είναι και γρήγορα ταξίδια αυτά. Οπότε, είναι και αυτός στόχος για προπόνηση -αλλά και οι οχτάρες που συνεχίζουμε, φυσικά.

Για έξτρα προπόνηση κάνω crossfit, όπου κάνουμε βάρη, μονόζυγο, έλξεις και αντίστοιχες ασκήσεις. Επίσης, ποδήλατο, που προσφέρει σημαντικά στην αερόβια άσκηση, και αναβάσεις βουνών, που είναι πιο απλό αυτό».

 

 

Έχει υπάρξει κάποια στιγμή που φοβηθήκατε για τη ζωή σας;

«Ναι, πάντοτε συμβαίνει αυτό» δε διστάζει να παραδεχτεί με ειλικρίνεια, «Νομίζω ότι ο φόβος είναι η άμυνα που έχουμε εμείς οι άνθρωποι για να προστατευόμαστε από τον θάνατο, χωρίς φόβο θα πεθαίναμε πολύ πιο εύκολα. Απλά όσο πιο έμπειρος γίνεσαι, καλλιεργείς τον φόβο σου και μειώνεται. Εκεί, όμως, χρειάζεται προσοχή γιατί είναι ένα μεταίχμιο. Αλλά ναι, πάντα φοβάσαι, απλά κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου και προστατεύεσαι όσο περισσότερο μπορείς.

Χρειάζεσαι και τύχη, όμως, έτσι; Η ορειβασία είναι ένα σπορ που λόγω των τεχνικών δυσκολιών που πρέπει να ξεπεράσεις, επόμενο είναι να εμπνέει φόβο. Όμως, όσο πιο έμπειρος είσαι τόσο πιο καλά μπορείς να προστατευτείς. Δεν πρέπει, παρ’ όλα αυτά, επαναλαμβάνω, να ξεχνάμε τον παράγοντα της τύχης, πρέπει ακόμα κι από τις επιλογές σου να στέκεσαι τυχερός καμιά φορά».

Υπάρχει κάποια εμπειρία που σας έχει σημαδέψει, που σας έρχεται πάντα στο μυαλό;

«Σαφώς, ναι γιατί έχω χάσει άνθρώπους σε αναρριχήσεις -να, 2 Οκτωβρίου, ήταν η επέτειος του Μπάμπη Τσουπρά, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του. Πάντοτε, θα θυμάμαι την απώλεια του Νίκου Παπανδρέου στο Όρος Νταουλαγκίρι, το 1998, την αποστολή που είχαμε κάνει τότε. Αυτές οι δύο απώλειες είναι χαραγμένες στο μυαλό μου πάντοτε, δε θα τις ξεχάσω ποτέ γιατί ήταν δύο άνθρωποι που αγαπούσα πάρα πολύ. Και όπως είπα, παρά τα είκοσι χρόνια που έχουν περάσει, είναι στιγμές που θα μείνουν πάντα χαραγμένες στη μνήμη μου.

Γιατί έτσι είναι η ορειβασία, μπορεί να σου προκαλέσει τη μεγαλύτερη συγκίνηση χαράς, αλλά πάνω στη δαντέλα της ζωής, μπορεί να τη γυρίσει από την άλλη πλευρά και να φέρει τον πόνο και τον θάνατο. Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι».

 

 

Χορηγοί υπάρχουν;

«Φυσικά και υπάρχουν, αρκεί να το κυνηγήσεις για να τους βρεις. Αν περιμένεις σπίτι σου και λες πως η ορεβασία είναι ακριβό σπορ, ότι είναι για τους πλούσιους -αυτά που ακούω- δεν πρόκεται να έρθει κανείς να σου τα δώσει. Για να βρεις χορηγό πρέπει κάτι να έχεις να πεις, να έχεις «κάτι», από μία δράση να έχεις δημιουργήσει, δηλαδή -κανένας χορηγός δε θα δώσει λεφτά σε κάποιον που δεν πιστεύει, σε κάποιον που δεν έχει δράση. Άρα, υπάρχουν χορηγοί, αρκεί κάποιος να θελήσει να τους ανακαλύψει και να έχει background τετοιο που να μπορεί να αξιοποιήσει τα χρήματα του εκάστοτε χορηγού. Εγώ έχω χορηγηθεί από τη Sony, τη Fujitsu, από την BMV πρόσφατα, από την Coco-Mat, από πολύ μεγάλες εταιρείες».

Κάποιος που θέλει ν’ ασχοληθεί με την ορειβασία, τι τον συμβουλεύετε να κάνει; Πώς να ξεκινήσει;

«Να πάει στα βουνά, να χαρεί το μεγαλείο της φύσης και της χαράς, να βρίσκεται σε έναν χώρο αμόλυντο, παρθένο, καθαρό, να γυμνάζει το μυαλό και το κορμί του και να χαίρεται τη χαρά της κίνησης -γιατί αυτό προσφέρει η ορειβασία- σ’ έναν τόσο ωραίο χώρο. Χαίρεσαι τη χαρά της κίνησης, χαίρεσαι τη χαρά του να βρίσκεσαι σ’ έναν χώρο που πραγματικά απολαμβάνεις. Χρειάζεται προσοχή, σύνεση και, βεβαίως, κάθε φορά, η δράση που θ’ ακολουθήσει κι εφαρμόσει κάποιος να είναι βάσει των δυνατοτήτων του.

Είναι καλό, πρώτα απ’ όλα, να περάσει από κάποια σχολή είτε ορειβασίας είτε να κάνει μαθήματα με κάποιον, κάτι που χρειάζεσαι σε κάθε περίπτωση, μιας και έπειτα τη σχολή, χρειάζεσαι να πηγαίνεις με έναν έμπειρο ορειβάτη, πιο έμπειρο από εσένα, ώστε ταυτόχρονα να ανεβάζεις το επίπεδό σου, αλλά και το επίπεδο της δράσης σου. Η δράση είναι σχετικό πράγμα, κάποιος μπορεί να αρέσκεται από ένα χαλαρό περπάτημα μέχρι να σκαρφαλώνει μια ορθή βουνοπλαγιά στις Άλπεις, να κάνει μια 7αρα ή 8αρα κορφή στα Ιμαλάια -είναι σχετικό αυτό. Δεν υπάρχει, δηλαδή, εύκολο ή δύσκολο. Σημασία έχει να πηγαίνεις στο βουνό και να το χαίρεσαι το βουνό -το πιο απλό πράγμα. Ο καθένας αρέσκεται με διαφορετικά πράγματα, οπότε ας τα δοκιμάσει -με ασφάλεια πάντα».

 

 

Επόμενες αποστολές;

«Την άνοιξη του 19’ είναι το Μακαλού -γιατί μόνο φθινόπωρο και άνοιξη γίνεται- και καλοκαίρι του 19’ το Κ2. Αν και είμαι άνθρωπος που δεν του αρέσει να λέει τι θα κάνει πριν το κάνει, είμαι ακόμα σε ευεξία λόγω της προηγούμενης αποστολής και γι’ αυτό ανακοίνωσα τόσο νωρίς το Μακαλού. Και όσον αφορά τον στόχο των 82 κορφών, είμαστε στις 44 αυτήν τη στιγμή, μετά από κάποια χρόνια όπου τον προσπαθούμε και σιγά σιγά τις προχωράμε».  

Τι απαντάτε σε αυτούς που λένε ότι η αναρρίχηση είναι ακριβό χόμπι και γι’ αυτό δεν καταπιάνονται μαζί της;

«Πράγματι, κάποιοι λένε ότι είναι τα λεφτά αυτά που τους σταματούν. Δεν είναι τα λεφτά, αυτό είναι τελείως λάθος. Αν πας στο βουνό μόνος σου, με την έννοια ότι έχεις έναν «σκοινοσύντροφο» και δε χρειάζεται να πάρεις κάποιον Σέρπα (Sherpa, ορεινός λαός του Νεπάλ και της Πολιτείας Σικίμ της Ινδίας που έχουν αποκτήσει παγκόσμια φήμη ως οδηγοί και αχθοφόροι στα Ιμαλάια), όπως έκανα κι εγώ -ανέβηκα χωρίς καμία βοήθεια, όλη η αναρρίχηση ήταν αποκλειστικά δική μου, εγώ κουβαλούσα όλα μου τα πράγματα- το κόστος είναι πάρα πολύ μικρό και το μόνο που χρειάζεσαι είναι ισχυρή θέληση και αγάπη για αυτό που κάνεις.

Επειδή αν δεν έχεις αυτά, σίγουρα θα δοκιμαστείς από τον ίδιο σου τον εαυτό, που θα σου ζητήσει να γυρίσεις πίσω στην ασφάλεια της κανονικής ζωής, στη σιγουριά της οικογένειας και στην αστική ζωή που νιώθεις ασφαλής -γιατί εκεί, σίγουρα δε νιώθεις ασφαλής. Όμως, νιώθεις κάτι άλλο• νιώθεις καταπληκτικά, νιώθεις υπέροχα και κάνεις κάτι που σου αρέσει. Αυτή είναι η άποψή μου, δεν είναι τα λεφτά ο αποτρεπτικός παράγοντας -κι άλλοι έχουν λεφτά, αλλά δεν πάνε εκεί γιατί δεν τους αρέσει».

Πιστεύετε ότι η αύξηση του αριθμού των αναρριχόντων τα τελευταία χρόνια λειτουργεί θετικά ή αρνητικά για το άθλημα του αλπινισμού;

«Όλοι έχουν δικαίωμα σ’ αυτήν τη ζωή, όλοι έχουν δικαίωμα στα σπορ, στις απολαύσεις, στη φύση και σε όλα αυτά. Θεωρώ ότι ο καθένας πρέπει να έχει αυτά τα δικαιώματα, αρκεί να γίνονται με ετοιμότητα, ορθότητα και χωρίς να επηρεάζουν τη φύση. Όταν η αναρρίχηση γίνεται με τρόπο που δεν προσβάλλει τη φύση, αλλά με τρόπο που προσφέρει αναψυχή, χαρά κι ευχαρίστηση στους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται σ’ αυτήν -γιατί μπορεί να προσφέρει τρομερή ευχαρίστηση- τότε είναι θεμιτό και όλοι έχουν δικαίωμα σ’ αυτό. Αρκεί να μην καταστρέφουμε ή μολύνουμε τη φύση -για να μην υπάρχουν διάφορα έκτροπα τα οποία φέρνουν διάφορες επιπτώσεις στο περιβάλλον αργότερα. Το ζήτημα προστασίας του περιβάλλοντος είναι μείζον θέμα».

ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ