Ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης
Μύθοι

Ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης

Ο Κώστας Καρυωτάκης, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές και πεζογράφους, θεωρείται ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης, με τα έργα του να έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Η ποίησή του είναι μέρος τόσο της ελληνικής εκπαίδευσης όσο και του εξωτερικού, τη στιγμή που για το έργο του έχουν γραφτεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία και έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες ειδικά συνέδρια.

Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 30 Οκτωβρίου 1896, ως το δεύτερο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, με καταγωγή από την Καρυά Κορινθίας, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Μάλιστα, στο σπίτι της, όπου γεννήθηκε ο ποιητής, στεγάζεται σήμερα η διοίκηση του Πανεπιστημίου Τρίπολης. Είχε μία αδελφή έναν χρόνο μεγαλύτερη, τη Νίτσα, και έναν μικρότερο αδελφό, τον Θάνο, που γεννήθηκε το 1899.

 

 

Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένεια Καρυωτάκη αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής, έτσι που ο ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913, λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του και από όπου αποφοίτησε, το 1913, από το τοπικό γυμνάσιο με βαθμό «λίαν καλώς».

Η ικανότητα του με την πένα άρχισε να φαίνεται από νεαρή ηλικία, καθώς από περίπου τα δεκαέξι του χρόνια δημοσίευε ποιήματά σε παιδικά περιοδικά και συμμετείχε σε διαγωνισμούς λογοτεχνίας, όπως τον διαγωνισμό διηγήματος του παιδικού περιοδικού της «Διαπλάσεως των Παίδων».

 

 

Το 1914, ο 18χρονος τότε Κώστας Καρυωτάκης πέρασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και από το δεύτερο μόλις έτος άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες, όπως η «Ακρόπολη». Στα τέλη του 1917, έλαβε το πτυχίο του από τη Νομική με «λίαν καλώς», την περίοδο που ο πατέρας του απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός.

Το 1919, έλαβε άδεια δικηγόρου και ενώ για ένα διάστημα επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Έτσι, διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α’ στη Θεσσαλονίκη, για να είναι κοντά στους γονείς του, οι οποίοι διέμεναν πλέον στη συμπρωτεύουσα. Τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας, κάτι που δεν τον ευχαριστούσε.

 

 

Για να αποφύγει τις μεταθέσεις, μεταπήδησε στο Υπουργείο Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως και μάλιστα στην κεντρική υπηρεσία της Αθήνας. Στο Υπουργείο, επέδειξε σημαντικό έργο πρότασης νόμων που αφορούσαν τη δημόσια υγεία, έργο που όμως δεν υλοποιήθηκε λόγω της δικτατορίας του Πάγκαλου.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων», δημοσιεύτηκε το 1919, όπως και «Η Γάμπα», το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό που εξέδωσε, του οποίου η δημοσίευση απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας, ενώ η δεύτερη συλλογή του «Νηπενθή» εκδόθηκε το 1921.

Στη Νομαρχία Αττικής, γνώρισε την επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, το 1922, όπου εργάζονταν και οι δύο προσωρινά. Οι δύο νέοι ερωτεύτηκαν, αλλά ο δεσμός τους διηρκήσε για πολύ λίγο, καθώς ο Κώστας Καρυωτάκης έμαθε ότι νοσεί από σύφιλη, μια αρρώστια τότε ανίατη, η οποία αποτελούσε και κοινωνικό στίγμα, και ζήτησε από τη Πολυδούρη να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε γάμο χωρίς να αποκτήσουν παιδιά, αλλά εκείνος αρνήθηκε.

 

 

Για πολλά χρόνια, η ποιήτρια ήταν περισσότερο γνωστή για την ερωτική της σχέση με τον Κ. Καρυωτάκη παρά για την ποίησή της, μιας και το ερωτικό της πάθος για εκείνον διατρέχει όλο το έργο της. Όμως, δε συνδιαλεγόταν μόνο με τον αγαπημένο της αλλά και με το ποιητικό του έργο. Το 1926, στο Παρίσι, η Πολυδούρη προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύθηκε στην Ελλάδα στο νοσοκομείο Σωτηρία, όπου το 1928 την επισκέφτηκε ο Καρυωτάκης.

Το 1927, εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες», ενώ το 1928, είχε ήδη αναπτύξει και συνδικαλιστική δράση, σε «σύγκρουση με την αστική τάξη της παρακμής» και το αντίστοιχο κράτος. Όντας Δημόσιος Υπάλληλος είχε εκλεγεί, στις 13 Ιανουαρίου 1928, γραμματέας της «Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών» και συμμετείχε σε απεργιακούς αγώνες, πράγμα που οδήγησε στην μετάθεσή του σε Πάτρα και Πρέβεζα. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρέβεζας, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, όταν ήταν νομάρχης ο Γεώργιος Π. Γεωργιάδης.

Ο Κώστας Καρυωτάκης ως δικηγόρος της Νομαρχίας είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας.

 

Με την αδελφή του, μια φίλη του και τον ανιψιό του, στην Πρέβεζα, καλοκαίρι 1927.

 

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών, όπως των Φρανσουά Βιγιόν, Σάρλ Μπωντλαίρ, Πωλ Βερλαίν, Τριστάν Κορμπιέρ, Ζαν Μορεάς, Χάινριχ Χάινε κά, ενώ τα ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από το ροκ συγκρότημα «Υπόγεια Ρεύματα», τον Μίκη Θεοδωράκη, τη Λένα Πλάτωνος, τον Μίμη Πλέσσα, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιάννη Γλέζο και τον Νίκο Ξυδάκη.

Ο Καρυωτάκης έζησε σε μια εποχή πολύ ταραγμένη, η οποία τον σημάδεψε. Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, επέκταση των συνόρων της χώρας, Μικρασιατική καταστροφή και καταποντισμός της Μεγάλης Ιδέας, μαζική εισροή προσφύγων, πολιτική διαφθορά, εκτεταμένη εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, άθλιες συνθήκες εργασίας, έντονοι απεργιακοί αγώνες κλπ. Η ανεργία μόνο στην Αθήνα, το 1928, έφτανε στο 55%.

 

 

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, ιδιαίτερα ζοφερό για τη νέα γενιά, πολλοί νέοι με κάποιες ευαισθησίες, βλέποντας ένα απροσδιόριστο μέλλον, στράφηκαν στην πνευματική ζωή και αναζήτηση. Ένας από αυτούς ήταν και ο Καρυωτάκης, ο οποίος με την απαισιοδοξία που τον διέκρινε, σε συνδυασμό με την έλλειψη σημείου στήριξης και νέου κοινωνικού προσανατολισμού, έξέφρασε με τα ποιήματά του όλο αυτό το εσωτερικό δράμα μιας μερίδας ανθρώπων εκείνης της εποχής και «τον πόνο ενός κόσμου που αλλάζει».

Στις 21 Ιουλίου 1928, ο μεγάλος Έλληνας ποιητής έβαλε τέλος στη δυσβάσταχτη για αυτόν ζωή του. Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο δήμαρχος Πρέβεζας τη διετία 1977-1978, Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι, δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, γύρω στις 2.30 μ.μ., ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος», όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ.

Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί, όπου και έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν και διασώθηκαν από την τσέπη του. Στο τέλος των σημειώσεων αυτών, έγραψε μεταξύ άλλων «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν, να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα 10 ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!».

 

 

Ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «την προηγούμενη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα πιστόλι, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Το πιστόλι αυτό είναι τύπου Pieper Bayard 9mm, παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα (κτίριο Α, Βασ. Σοφίας).

Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος.

Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».

 

 

Στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του έγραψε αναλυτικά «Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περισσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική. Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι. Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές (!!!), εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέση τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὡρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου».

Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες μέρες της ζωής του ο Καρυωτάκης το 1928, βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Διατηρείται ακόμα ανέπαφο, υπάρχει αναμνηστική πλάκα και κατοικούταν τη δεκαετία του ’90. Η σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη, νεαρή κοπέλα το 1928 δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά το θάνατό του δεν ήξερα ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξα».

 

 

Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι η σύφιλη. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με φίλους και συγγενείς του ποιητή, ήταν αυτός που αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα ο αδελφός του, Θάνος Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια.

Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι «ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη». Θέλοντας μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι «δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του». Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό της κλινικής κατάθλιψης, ο ποιητής είναι βέβαιο ότι έπασχε από τη νόσο. Το έργο του, πολύ πριν μάθει ότι πάσχει από σύφιλη το καλοκαίρι του 1922, η ζωή και ο θάνατος του συνιστούν ακράδαντες αποδείξεις για αυτό.

Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή που ανέδειξε η γενιά του ’20 και από τους πρώτους που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση, ο Κώστας Καρυωτάκης, επηρέασε πολλούς από τους επόμενους ποιητές, όπως τον Σεφέρη, τον Ρίτσο και τον Βρεττάκο. Η αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.

 

Πορτρέτο του Κ. Καρυωτάκη από τον Αλέξη Φασιανό [πηγή- αφιερωματικό τεύχος περιοδικού η λέξη 79-80 (1988)]

 

Ποίηση η οποία δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, ποίηση που αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, με στάση αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φτάνει στο σαρκασμό.

ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ