Η καθαρή και ειλικρινής φωνή της τέχνης (1943-2017)
Μύθοι

Η καθαρή και ειλικρινής φωνή της τέχνης (1943-2017)

Ο Δημήτρης Μυταράς, καλλιτέχνης με διεθνή καταξίωση, καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ) κι ακαδημαϊκός, ήταν ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους και σκηνογράφους της γενιάς του ‘60, ενώ υπήρξε και ποιητής, ταλαντούχος ενδυματολόγος, εικονογράφος, σχεδιαστής διακοσμητικών παραστάσεων και χαρισματικός δάσκαλος.

Γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου 1934 στη Χαλκίδα και ήταν το δεύτερο παιδί του κουρέα, Βασίλη Μυταρά, με τον οποίο και μεγάλωσε. Ζωγράφιζε από μικρό παιδί ό,τι έβλεπε γύρω του και οι εικόνες που έβλεπε ήταν εκείνες του πολέμου, τον βομβαρδισμών από τα αεροπλάνα.

 

Πηγή: Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

 

Ο ίδιος είχε πει σε συνέντευξή του πως δεν έχει καλές αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και την Κατοχή, που χαρακτήρισε ως «κόλαση», ενώ του έλειπε και η μητέρα του, Ελένη Γούτου, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει αφού πέθανε λίγες ημέρες μετά τη γέννα. Από εκείνη κληρονόμησε την κλίση της στη ζωγραφική και ο Δημήτρης Μυταράς φυλούσε τα σχέδιά της σαν θησαυρό.

Η πρώτη του έκθεση έγινε στο κουρείο του πατέρα του, που περήφανος έδειχνε στους τοίχους τα ζωγραφικά κατορθώματα του γιου του. Με εφόδιο τις ελάχιστες γυμνασιακές του εικαστικές γνώσεις και παρά την αντίθετη γνώμη της οικογένειάς του, έφυγε από τη Χαλκίδα το 1953, για να εγκατασταθεί στην Αθήνα και να σπουδάσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου έγινε και δεκτός. Σπούδασε ζωγραφική για τέσσερα χρόνια, με δασκάλους τον Σπύρο Παπαλουκά, του οποίου η διδασκαλία τον σημάδεψε, και τον Γιάννη Μόραλη, με τον οποίο συνεργάστηκε στενά και ανέπτυξε μια αμοιβαία συμπάθεια. Κατά τη φοίτησή του έλαβε πολυάριθμους επαίνους και βραβεία.

 

Πηγή: Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

 

Το 1957, εξέθεσε έργα του για πρώτη φορά στην Αθήνα, στο πλαίσιο της Ε’ Πανελληνίου Καλλιτεχνικής Έκθεσης στο Ζάππειο Μέγαρο, και όντας ήδη γνωστός από μαζικές παρουσιάσεις, οργάνωσε την πρώτη του ατομική έκθεση στην γκαλερί Ζυγός, το 1960.

Το 1961, παντρεύτηκε τη συμφοιτήτριά του από την ΑΣΚΤ, Χαρίκλεια Τριανταφύλλου, με την οποία πορεύτηκε σε όλη του τη ζωή και αγαπούσε, εκτιμούσε και σεβόταν απείρως μέχρι και το τέλος. Την ημέρα του γάμου τους, το ζευγάρι έφυγε για σπουδές σκηνογραφίας στην Ecole Superieure des Arts Decoratifs, καθώς και στην εσωτερική διακόσμηση στη «Metiers d’Art» στο Παρίσι, με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών.

 

 

Επιστρέφοντας έπειτα από τρία χρόνια, επιμελήθηκε τα σκηνικά και τα κοστούμια σπουδαίων παραστάσεων, έργων μεγάλων σκηνοθετών και θεατρικών συγγραφέων αφότου έγινε η γνωριμία του με τη σκηνογραφία και την ενδυματολογία μέσα από την παράσταση «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», του Πιραντέλο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μυράτ.

Ακόμα, συνεργάστηκε με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος(ΚΘΒΕ), το Εθνικό Θέατρο, τον θίασο Καρέζη–Καζάκου και το Θέατρο Τέχνης, του Κάρολου Κουν και των μαθητών του, με σημαντικότερες παραστάσεις τον «Βόυτσεκ» του Μπύχνερ, τους «Όρνιθες» σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή κ.ά. Ο ίδιος «δεν ήταν άνθρωπος του θεάτρου», έχει πει η σύζυγός του, αλλά έτσι «ξέφευγε από τη μοναξιά του εργαστηρίου».

 

Πηγή: Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

 

Από το 1964 έως το 1972, δίδαξε εσωτερική διακόσμηση στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο (Σχολή Δοξιάδη), το οποίο αναδιοργάνωσε μαζί με τη σύζυγό του, ενώ, το 1973, γεννήθηκε ο Αριστείδης, το μόνο παιδί του ανδρόγυνου. Από το 1975, που εξελέγη καθηγητής, άρχισε να διδάσκει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και, από το 1982 έως το 1985, διετέλεσε πρύτανης της ΑΣΚΤ, από όπου παραιτήθηκε τόσο για να καταγγείλει τις επισφαλείς συνθήκες λειτουργίας της σχολής όσο και για να δηλώσει την αντίθεσή του στις κινητοποιήσεις των φοιτητών, οι οποίοι αρνούνταν να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα της σχολής.

Παράλληλα με το εκπαιδευτικό του έργο, το 1978, και με την αρωγή της δημοτικής αρχής, ίδρυσε στη γενέτειρά του, τη Χαλκίδα, το Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας, το οποίο, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της συζύγου του, αναπτύσσει σημαντική διδακτική και πολιτιστική δραστηριότητα.

 

Δικτατορία π. 1969 Ακρυλικό σε καμβά 148 Χ 180 5 εκ. Ιδιωτική συλλογή

 

Το 1985, απονεμήθηκε στο ζεύγος Μυταρά το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλης της Χαλκίδας, ενώ το 1989, κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Μη μιλάς πολύ για τέχνη», με διάφορα κείμενα που είχε δημοσιεύσει στο παρελθόν. Εξέφραζε συχνά τις ανησυχίες του μέσα από τον γραπτό λόγο, την πεζογραφία και την ποίηση. Στα κείμενά του κανείς μπορεί να δει πώς αντιμετώπιζε και έκρινε τα κοινωνικά πράγματα, τις σκέψεις του που εκφράζονταν δεικτικά πολλές φορές, πάντοτε όμως με χιούμορ και πολλές φορές με αυτοσαρκασμό. Δημοσίευσε σειρά από επιφυλλίδες, οι οποίες συγκεντρωμένες κυκλοφόρησαν σε ένα βιβλίο με τίτλο «Ο σκύλος δαγκώνει» (1997).

Το έργο του Δημήτρη Μυταρά, τόσο το ζωγραφικό, όσο και το σκηνογραφικό, είναι εκτεταμένο. Συμμετείχε σε πληθώρα ατομικών και ομαδικών εκθέσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Αλεξάνδρεια, Παρίσι, Σάο Πάολο, Φρανκφούρτη, Μπολόνια, Φλωρεντία, Βενετία, Γένοβα, Βελιγράδι, Νέα Υόρκη, Στοκχόλμη, Τόκιο κ.α.), είχε κάνει τοιχογραφίες για τράπεζες, εργοστάσια, ξενοδοχεία, για το Μέγαρο Ελλήνων Εφοπλιστών, για σπίτια, για το Νοσοκομείο Μητέρα, ακόμα και για ένα νυχτερινό κέντρο της Αθήνας, είχε ζωγραφίσει χαλιά, βιβλία, μέχρι και γελοιογραφίες και το έργο του «Δεξίλεως» τοποθετήθηκε στον σταθμό «Δάφνη» του αθηναϊκού μετρό.

 

Πηγή: thecocktailparty.gr

 

Για πολλά από αυτά είχε κατακριθεί, μα ο ίδιος δεν ασχολούνταν με το τι έλεγαν οι άλλοι, ένιωθε καλλιτέχνης για τους πολλούς και του άρεσε να μπαίνει οπουδήποτε μπορούσε να μοιράζεται την τέχνη του, είτε αυτό ήταν σπίτι, είτε επιχείρηση ή δημόσιος χώρος.

Ήταν ένας πολυπράγμων χαρακτήρας, που όπως είχε παραδεχτεί κι εκείνος, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς από το να απλώνεται και να κάνει πολλά πράγματα. Δεν τα έκανε σκόπιμα και δεν τον κούρασαν ποτέ. Μόνο από τις πιέσεις των «διαφόρων» κουράστηκε, «Αυτών που γίνονται συνέχεια γύρω και σου απαιτούν πράγματα συνέχεια. Η επαφή με τους ανθρώπους με κουράζει πολύ. Όλοι θέλουν κάτι από σένα, όλοι απαιτούν κάτι από σένα και όλα αυτά τα πράγματα με κουράζουν πραγματικά».

 

 

Όπως έχει πει ο ίδιος, το μήνυμα που περνούσε μέσα από την παντός τύπου τέχνη του ήταν η αγανάκτηση και ότι αυτή ήταν φανερή στη γραφή της ζωγραφικής του. Χωρίς την αγανάκτηση «Δεν μπορώ να κάνω δουλειά, δεν μπορώ να ζωγραφίσω». Έχει γράψει πολλά κείμενα που δημοσιεύτηκαν και ήταν λιγότερο για τέχνη και περισσότερο για κοινωνικά θέματα, «Ό,τι μ’ ενοχλεί προσπαθώ να το ξορκίσω. Γι’ αυτό και στη δικτατορία, έκανα μία δουλειά που ήταν εναντίον της και δεν είχα καταλάβει πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό. Στην ερώτηση «Πού σας πάει το έργο σας», είχε απαντήσει ότι όπου ήθελε τον πήγαινε. «Δεν έχω στόχο, δεν μπορώ να ζωγραφίσω με κάποιο πρόγραμμα. Ό,τι μ’ ενοχλεί κάθομαι και το ζωγραφίζω. Αυτό είναι σωστό για μένα».

Μετά από πολυάριθμες εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, το 2001, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, του απένειμε τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Η νύχτα».

 

 

Το 2008, εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Δύο χρόνια μετά, άρχισε να εκδηλώνεται μια ασθένεια στα μάτια του, την οποία οι γιατροί διέγνωσαν ως οπτική νευροπάθεια. Έχασε το 90% της όρασής του μέσα σε λίγους μήνες αν και οι γιατροί τον καθησύχαζαν, διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα επανερχόταν μετά από τρία-τέσσερα χρόνια, κάτι που δε συνέβη ποτέ.

Το Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη οργάνωσε την έκθεση «Δημήτρης Μυταράς – Ιστορώντας Μορφές», όπου μεταξύ άλλων παρουσίασε και τη δουλειά του για την Παναγία την Καταφυγιώτισσα (2006). Στη διάρκεια των εγκαινίων, αποχώρησε αιφνίδια από τον χώρο της έκθεσης, λόγω της εξασθενημένης όρασής του, που όξυνε την ακουστική του ευαισθησία.

 

 

Το 2010, δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική του συλλογή «Το βιολί του Ενγκρ». Η Ακαδημία Αθηνών, λόγω του αυστηρού εσωτερικού κανονισμού της, αναγκάστηκε να τον διαγράψει, μετά από τις επανειλημμένες απουσίες του λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Αν και διατήρησε τον τίτλο του τακτικού μέλους, αισθάνθηκε βαθιά πληγωμένος από αυτή την απόφαση. Έναν χρόνο αργότερα, το Πανεπιστήμιο του Harvard, το οποίο εγκαινίαζε τη διάκριση Honoring Greek Culture, του απένειμε βραβείο στην κατηγορία Ζωγραφική.

Ο Δημήτρης Μυταράς απεβίωσε στις 16 Φεβρουαρίου 2017, σε ηλικία 82 ετών, έπειτα από μακρά ασθένεια.

 

 

Το Ίδρυμα Γουλανδρή ήθελε για πολλά χρόνια να αφιερώσει ένα καλοκαίρι στον σπουδαίο δημιουργό και δυστυχώς ο θάνατός του υπήρξε η αφορμή για το αφιέρωμα που έγινε τον Ιούνιο του 2018, στο Μουσείο Γουλανδρή. Όπως δήλωσε η επιμελήτρια της έκθεσης, Μαρία Κουτσομάλλη, «Ήταν απαραίτητο για εμάς να τιμήσουμε το έργο του, καθώς υπήρξε και θα παραμείνει μία από τις σημαντικότερες φιγούρες της σύγχρονης τέχνης. Στο αυθεντικό του έργο συνυπάρχουν τα πάντα, μέσα στις πολλαπλές όψεις τις οποίες ερευνά και αναδεικνύει τον κόσμο που συλλαμβάνει και τον περιβάλλει.

Υπήρξε ίσως ο πιο γνωστός ζωγράφος στην Ελλάδα όσο ήταν ήδη εν ζωή, αλλά μόνο για ένα ελάχιστο μέρος του έργου του. Αν και αρνιόταν πάντα να σχολιάσει την πολιτική ζωή της χώρας του, έγινε, με μοναδικό όπλο τη ζωγραφική του, ένας από τους πιο σφοδρούς επικριτές της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Απαράμιλλος σχεδιαστής, δεν επαναπαύθηκε ποτέ μόνο σε αυτό το ταλέντο του, ενώ δεν δίστασε να εισαγάγει τη φωτογραφία και την τεχνική του στένσιλ στη μέθοδο της δουλειάς του. Επιδεικνύοντας την ίδια ευχέρεια στα πορτρέτα των επωνύμων και στις συνθέσεις που προέκυπταν αποκλειστικά από τη φαντασία του, αρνήθηκε να περιοριστεί σε ένα μόνο είδος παραστατικότητας και χρησιμοποιούσε αδιακρίτως και με την ίδια άνεση τον ρεαλισμό και τη μυθοπλασία».

 

 

Όπως παραδέχτηκε η κα. Κουτσομάλλη, πολύ γρήγορα ήρθε η συνειδητοποίηση ότι δε θα μπορούσαν να επιδιώξουν την πληρότητα μιας αναδρομικής έκθεσης, γιατί το μουσείο δε διαθέτει τον απαραίτητο χώρο για να παρουσιαστεί σε όλο του το εύρος το έργο του Δ. Μυταρά. «Εξήντα χρόνια δημιουργίας θέλουν χώρο και εμείς παρότι έχουμε τρεις ολόκληρους ορόφους, καταλάβαμε ότι θα έπρεπε καλύτερα να επικεντρωθούμε πάνω στις σημαντικές ενότητες που αντιπροσωπεύουν περισσότερο την πορεία και την ιδιαίτερη προσωπικότητά του».

Κύριο χαρακτηριστικό της ζωγραφικής του Δημήτρη Μυταρά, σύμφωνα με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, είναι η συνύπαρξη αντιφατικών δεδομένων, τα οποία επιδέξια διαπλέκονται, δημιουργώντας την παραδοξότητα που διατρέχει τη γόνιμη και δημιουργική καλλιτεχνική του πορεία. Η ποίηση συνεκφράζεται με τη βία, ο λυρισμός με τη βαναυσότητα, η ηδονή με την τραχύτητα. Πρόκειται για ένα έργο σύνθετο αλλά αυθεντικό, με πολλαπλές όψεις, που εξελίσσεται επί εξήντα σχεδόν χρόνια, όσα δηλαδή και ο δημιουργικός χρόνος του Μυταρά, ο οποίος με πλήρη αφοσίωση επιτέλεσε το λειτούργημα του καλλιτέχνη, ερευνώντας και αναδεικνύοντας με υποκειμενικότητα και ιδιομορφία τον τρόπο να συλλαμβάνει τον κόσμο που τον περιβάλλει.

 

 

«Αν βγάλεις τον Μυταρά από την ελληνική ιστορία της τέχνης, τότε καταλαβαίνεις ότι θα μείνει πολύ φτωχή» έχει δηλώσει για τον σημαντικό ζωγράφο η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα.

Ο Δημήτρης Μυταράς έλεγε πως «Η τέχνη δεν προτείνει τίποτα, ούτε δικαιοσύνη αποδίδει ούτε ηθικά συμπεράσματα μας υποβάλλει. Μια καλή ζωγραφική είναι ηθική. Μια κακή, που παριστάνει ίσως μια ηθική εικόνα, είναι ό,τι πιο προσβλητικό στην αίσθηση. Η τέχνη είναι ένα ξεχείλισμα, μια ανάταση για τον αποδέκτη». Ο χαρισματικός ζωγράφος και παθιασμένος δάσκαλος σε όλη του την πορεία υποστήριζε πως «τα έργα ζωγραφικής ανήκουν σε εκείνους που τα αισθάνονται και λιγότερο σε εκείνους που τα καταλαβαίνουν».

 

 

Γύρω στο 1961, άρχισε να δημιουργεί μία συλλογή κοχυλιών, τα οποία έφτασαν τις χιλιάδες. Θεωρούσε τα κοχύλια έργα τέχνης της φύσης και ξόδεψε μεγάλα ποσά για να αποκτήσει ξεχωριστά και σπάνια κοχύλια, ενώ βουτούσε και στη θάλασσα αναζητώντας τα στα βάθη της. «Λίγο ακόμα και, σύμφωνα με τη φυσική εξέλιξη, θα γινόμουν ψάρι» είχε πει. Κάθε πρωί, τα επισκεπτόταν για πέντε λεπτά, τα κοίταζε και έφευγε ανανεωμένος, «σαν να είναι η Κολυμβήθρα του Σιλωάμ» τα είχε παρομοιάσει, και έτσι μπορούσε να κάνει δουλειά. Ήθελε να δημιουργήσει ένα μουσείο για αυτά, καθώς αποτελούσαν σπάνια δείγματα κοχυλιών μεγάλης αξίας και, σύμφωνα με τον ίδιο, όποιος τα έβλεπε θα αναζωογονούνταν και θα ένιωθε πως η φύση είναι πολύτιμη και δεν πρέπει να την καταστρέφουμε, θέλοντας να δώσει ένα οικολογικό ενδιαφέρον.

Ακόμα, είχε μεγάλη αγάπη για τα ζώα και τα σκυλιά, ενώ είχε πει πως πολλές φορές τα προτιμούσε από τους ανθρώπους, μιας και οι δεύτεροι έχουν χάσει την καθαρότητα της φύσης.

ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ