Επίκουρος Καθηγητής στην École Nationale des Ponts et Chaussées στο Παρίσι
Έργα Ελλήνων

Επίκουρος Καθηγητής στην École Nationale des Ponts et Chaussées στο Παρίσι

Ο Δρ. Γιάννης Στεφάνου είναι απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Μηχανική από τη Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ, από την οποία έλαβε επίσης το διδακτορικό του, το 2010.

Συνεργάζεται με τη σχολή École Nationale des Ponts et Chaussées, στην οποία είναι επίκουρος καθηγητής, και το IFSTTAR, τέως Laboratoire Centrale des Ponts et Chaussées, όπου έχει θέση ερευνητή.

Η έρευνά του εστιάζεται στα γεωυλικά, τα οποία είναι λίαν ετερογενή υλικά, και συγκεκριμένα στη μελέτη της ευστάθειάς τους υπό συνθήκες υψηλής πίεσης και θερμοκρασίας. Τα θεωρητικά, αριθμητικά και πειραματικά εργαλεία τα οποία αναπτύσσει καλύπτουν ευρύ φάσμα εφαρμογών που εκτείνονται από τη σεισμική συμπεριφορά των κατασκευών, όπως είναι η τοιχοποιία και τα κλασικά ή νεότερα μνημεία, έως τη γένεση των σεισμών και την επανενεργοποίηση των σεισμικών ρηγμάτων.

Το ενδιαφέρον του για τα μνημεία ξεκίνησε από τη διπλωματική του το 2004, η οποία είχε ως αντικείμενο την εκτίμηση της ευστάθειας τού ΝΑ-Α τμήματος του βράχου και του τείχους της Ακρόπολης. Κατά τη διάρκεια της διδακτορικής του διατριβής, εργάστηκε στο τεχνικό γραφείο αναστήλωσης του Παρθενώνα, πράγμα το οποίο επηρέασε την έρευνά του για κάποια χρόνια.

 

 

Το 2011, συμμετείχε σε έναν διαγωνισμό για την πρόσληψη ερευνητή / επίκουρου καθηγητή, υπέβαλε υποψηφιότητα, κατέκτησε την πρώτη θέση και αποφάσισε να εργαστεί στη Γαλλία σε ηλικία 29 ετών. Με την πάροδο των ετών, απέκτησε θετική εμπειρία σε διάφορα επίπεδα, όπως αναφέρει ο ίδιος. Γνώρισε μια άλλη κουλτούρα, ευρύτερη και επιστημονική, αλλά και έναν άλλο τρόπο ζωής.

Στην ερώτηση για το κατά πόσο ανήκει σε όσους έφυγαν από την Ελλάδα λόγω τής κρίσης, απαντά πως οπωσδήποτε η κρίση έπαιξε σημαντικό ρόλο, αλλά και πριν από αυτήν, θυμάται τον καθηγητή του να παροτρύνει εκείνον και τους συμφοιτητές του να επισκέπτονται το εξωτερικό, ώστε να γνωρίζουν διαφορετικές επιστημονικές ιδέες και κουλτούρες -κάτι που ο ίδιος θεωρεί πολύ σημαντικό. Όπως λέει σε συνέντευξή του, η μετοίκηση στο εξωτερικό ήταν κάτι που ήθελε, αλλά η κρίση μάλλον συνετέλεσε και επέσπευσε την απόφασή του.

Του απονεμήθηκε βραβείο για την πρόταση που υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας, η οποία  χρηματοδοτεί καινοτόμες ιδέες νέων ερευνητών. Νέοι ερευνητές θεωρούνται επιστήμονες που έχουν αποκτήσει το διδακτορικό τους δίπλωμα μέχρι και πριν από επτά χρόνια. Κάθε ενδιαφερόμενος ερευνητής έπρεπε να προτείνει ένα σχετικό με την έρευνά του θέμα, που περνάει από κρίση, κατά την οποία γίνεται λεπτομερής αξιολόγηση γιατί ο ανταγωνισμός είναι υψηλός, αφού οι ερευνητικές προτάσεις έρχονται από όλο τον κόσμο. Η δική του πρόταση αφορούσε στον έλεγχο των σεισμών στη γένεσή τους.

«Στην Ελλάδα έχουμε σημαντικούς σεισμούς», αναφέρει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του. «Μην ξεχνάμε όμως ότι υπάρχουν και άλλες περιοχές με σεισμούς ακόμα μεγαλύτερης εντάσεως. Πρόσφατα παραδείγματα είναι oι σεισμοί στα σύνορα Ιράν-Ιράκ, στο Μεξικό, στην Ιταλία, πριν από μερικά χρόνια στο Νεπάλ· η λίστα είναι μακριά. Σίγουρα, το μεγαλύτερο κόστος είναι οι ανθρώπινες ζωές στις περιοχές όπου οι σεισμικές καταστροφές έχουν την πρωτιά. Όμως, υπάρχει και το οικονομικό κόστος, το οποίο έχει τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις (πτώση βιοτικού επιπέδου, φτώχεια, ανάγκη κατασκευής ή επισκευής σχολείων, νοσοκομείων…). Πρέπει να σημειωθεί ότι το κόστος αυτό επιμερίζεται σε έναν βαθμό σε όλο τον πλανήτη. Στην περίπτωση τού πρόσφατου σεισμού στο Νεπάλ, για παράδειγμα, μόνο οι χώρες που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρείχαν εκατοντάδες εκατομμύρια για ανθρωπιστική βοήθεια».

 

 

Ο Δρ. Στεφάνου, απαντώντας στο ποιά προσόντα τον βοήθησαν στο να κερδίσει τη χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, είπε πως αρχικά τον βοήθησε το γεγονός ότι είχε στο μυαλό του μια ξεκάθαρη ιδέα, η οποία επωάστηκε από το τέλος του 2010, στο τέλος της διδακτορικής του διατριβής. Τότε, η ιδέα αυτή του φαινόταν δύσκολα υλοποιήσιμη, αλλά σιγά-σιγά, προχωρώντας την έρευνά του, διαπίστωσε ότι μάλλον ήταν εφικτή.

«Τα μαθηματικά δείχνουν ότι υπάρχουν συνθήκες που εξασφαλίζουν το επιθυμητό αποτέλεσμα και η χρηματοδότηση θα με βοηθήσει να διερευνήσω την ερώτηση αυτή, όπως επίσης και άλλα ανοιχτά επιστημονικά ζητήματα εις βάθος. Εκτός από τον καθορισμό ενός αναλυτικού ερευνητικού πλάνου, πρέπει να είναι κανείς συγκεκριμένος και ξεκάθαρος, ώστε να μπορέσει να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι αυτό το οποίο προτείνει είναι πρωτότυπο, υλοποιήσιμο, ότι είναι σε θέση να το κάνει ο ίδιος, διότι η έρευνα θα πραγματοποιηθεί από τον ίδιο τον ερευνητή και την ομάδα που θα συστήσει, και ότι το πρόγραμμά του θα έχει σημαντικά αποτελέσματα για την κοινωνία και την επιστήμη. Εάν μπορεί να αποδείξει αυτά τα σημεία, σημαίνει ότι έχει κάνει πολύ καλή προετοιμασία».

Όσον αφορά στο άμεσο μέλλον του ερευνητικού έργου που ανέλαβε, αναφέρει πως θα προχωρήσει στη συγκρότηση μιας ομάδας 6-7 ατόμων, η οποία θα αναπτύξει πειραματικά, θεωρητικά και αριθμητικά εργαλεία, προσπαθώντας να απαντήσει σε κάποια ανοιχτά ερωτήματα πάνω στη γένεση των σεισμών, με απώτερο σκοπό τη διερεύνηση της πιθανότητας να αποφευχθούν οι καταστροφικοί σεισμοί στο μέλλον. Μετά τα πέντε πρώτα χρόνια, ανάλογα με τα αποτελέσματα της έρευνας, θα εξαρτηθεί ποια θα είναι η συνέχεια. «Έχω ήδη συντάξει μια περιγραφή των διαφόρων θέσεων, την οποία θα κοινοποιήσω σε διάφορα επιστημονικά δίκτυα έτσι, ώστε να επιλέξω τους καταλληλότερους για κάθε επιμέρους αντικείμενο», τονίζει.

 

 

Διαβάστε τι είπε σε συνέντευξή του στο www.arsakeio.gr:

– Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σας έδωσε τα απαραίτητα εφόδια;

«Θα μιλήσω για το εκπαιδευτικό σύστημα μέχρι το 2004, οπότε ολοκλήρωσα τις βασικές σπουδές μου. Μπήκα το 1999 στους Πολιτικούς Μηχανικούς ΕΜΠ· πριν ήμουν μαθητής στο Τοσίτσειο. Οι Πανελλήνιες τότε ήταν ένα σύστημα το οποίο μου ταίριαζε πολύ, με την έννοια ότι μπόρεσα και εμβάθυνα στα Μαθηματικά, στη Φυσική και τη Χημεία. Αυτό μου έδωσε πολύ καλές βάσεις, οι οποίες με βοήθησαν και στο Πολυτεχνείο αλλά και αργότερα. Δεν σας κρύβω ότι καμιά φορά μπορεί να ανοίξω και ένα σχολικό βιβλίο από τις «Δέσμες» για να θυμηθώ κάτι που θέλω.

Στο Πολυτεχνείο ο φοιτητής που ενδιαφέρεται μπορεί να μάθει πολλά· πολλοί όμως φοιτητές, μεταξύ των οποίων και εγώ σε έναν βαθμό, χάνονται στο πανεπιστήμιο. Υπάρχουν πολλά μαθήματα που δεν είναι στοχευμένα, δεν ενδιαφέρουν απαραίτητα τον φοιτητή, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι υποχρεωτικά. Εκεί θα ήθελα μεγαλύτερη ευελιξία και τη δυνατότητα να μπορώ να επιλέξω και μαθήματα άλλων σχολών τού ΕΜΠ. Θεωρώ ότι αυτό θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την προσωπική επιστημονική εξέλιξη και ιδιαίτερα σε περιόδους αβέβαιης και μη προβλέψιμης οικονομικής πορείας τής αγοράς. Όσον αφορά σε εμένα, τελικά διάβασα τα βιβλία άλλων μαθημάτων και παρακολούθησα τα μαθήματα που με ενδιέφεραν χωρίς αυτά να αποτελέσουν μέρος τού επίσημου προγράμματος σπουδών μου. Αυτή η πρωτοβουλία με βοήθησε αρκετά. Πάντως, θέλω να σημειώσω ότι η διδασκαλία μεγάλου μέρους των μαθημάτων γίνεται σε υψηλό επίπεδο και απέκτησα καλές βάσεις».

– Θα θέλατε κάποιο στοιχείο του εκπαιδευτικού γαλλικού συστήματος να εφαρμόζεται και στο ελληνικό;

«Θεωρώ πολύ σημαντικό να ήταν δυνατόν, τουλάχιστον για κάποιες σχολές στην Ελλάδα, εάν δεν είναι εφικτό σε όλες, οι φοιτητές να έχουν μεγαλύτερη ευελιξία στη σύνθεση τού προγράμματος σπουδών τους. Για παράδειγμα έχω συμφοιτητές πολιτικούς μηχανικούς που ήθελαν να ασχοληθούν συστηματικά με τον προγραμματισμό. Θα μπορούσαν να πάρουν γερές βάσεις εντός τού ακαδημαϊκού χώρου, εάν το ήθελαν, κερδίζοντας χρόνο και όντας πιο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας αργότερα. Η ακαμψία στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι απώλεια για τη χώρα, γιατί ειδικά σε μια περίοδο κρίσης, αν πάρουμε το παράδειγμα τού πολιτικού μηχανικού, όταν θα τελειώσει τις σπουδές του δεν θα έχει δουλειά. Από την άλλη όμως η βαθμολογία εισαγωγής του στο ΕΜΠ και οι ικανότητές του είναι πολύ υψηλές. Δεν είναι χάσιμο πόρων λοιπόν; Θεωρώ ότι ένας μηχανικός «généraliste», όπως θα λέγαμε στη Γαλλία, θα ήταν πιο χρήσιμος και προσαρμόσιμος στις κοινωνικές ανάγκες».

– Ποια είναι η αντιμετώπιση των Γάλλων απέναντι σε έναν νέο ικανό επιστήμονα σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα;

«Η αίσθησή μου είναι ότι η Γαλλία είναι ένας συνδυασμός της κουλτούρας τού Βορρά και της Μεσογείου και αυτό είναι καλό. Για παράδειγμα στην Ελλάδα, όπως και στην Ιταλία από όσο γνωρίζω, για να γίνεις καθηγητής πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια, να περάσεις όλα τα στάδια τού τοπικού συστήματος (υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις). Στη Γαλλία αυτό δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό. Οπωσδήποτε θα δυσκολευτείς. Υπάρχουν και στη Γαλλία οι ανθρώπινες αδυναμίες, η λεγόμενη «ιεραρχία», αλλά αυτά μπορούν να ξεπεραστούν πιο εύκολα, τουλάχιστον βάσει τής εμπειρίας μου των έξι ετών που διαμένω στη χώρα. Μπορεί ένας νέος να πιστέψει ότι εάν δουλέψει και αξίζει θα ανταμειφθεί για αυτό. Στην Ελλάδα το αίσθημα αυτό χάνεται συνήθως εύκολα στις διαδικασίες, στην έλλειψη κινήτρου, ενθάρρυνσης και φυσικά λόγω των οικονομικών δυσκολιών».

Η Ελλάδα, μετά τη βράβευσή σας, έχει δείξει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σας προσεγγίσει;

«Προς το παρόν δεν υπάρχει τέτοια ένδειξη από κάποιον συγκεκριμένο φορέα. Μπορεί να υπάρξει στο μέλλον, αλλά αυτό που έχουμε διαπιστώσει είναι ότι μάλλον αυτά τα πράγματα δεν σχετίζονται μεταξύ τους».

– Βλέπετε να συνεχίζετε την καριέρα σας στη Γαλλία ή σκέφτεστε το ενδεχόμενο να επιστρέψετε στην Ελλάδα ή να συνεχίσετε κάπου αλλού;

«Όλα είναι ανοιχτά, μιλώντας τόσο για την Ελλάδα όσο και για οποιαδήποτε άλλη χώρα. Οπωσδήποτε η Ελλάδα είναι η χώρα μας. Ίσως κάποια στιγμή γυρίσω. Αλλά αν θα είναι για επιστημονικούς λόγους, αυτό δεν το γνωρίζω. Η ζωή είναι ένα μη γραμμικό, δυναμικό, χαοτικό σύστημα με τη μαθηματική έννοια τού όρου. Είναι μια πολυπαραμετρική πορεία που εξαρτάται από την τύχη (με την έννοια τού τυγχάνω), τις εκάστοτε συνθήκες ‒εάν θέλετε‒, τις οποίες δεν μπορούμε να ελέγξουμε σε απόλυτο βαθμό».

ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ